Κριτική για το βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου (2022): Σημειώσεις για μια ιστορία του γυμνού στον κινηματογράφο, Αθήνα, Αιγόκερως, σελ. 308.
Το βιβλίο με τίτλο: Σημειώσεις για μια ιστορία του γυμνού στον κινηματογράφο βρίσκεται – θα λέγαμε – σε διαλεκτική σχέση με το προηγούμενο βιβλίο του Γ. Σολδάτου, την Ιστορία του γυμνού στον κινηματογράφο, το οποίο αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα εκδοτικά γεγονότα της προηγούμενης δεκαετίας. Η ιδέα παραμένει η ίδια και αφορά την αποτύπωση της γυμνότητας στον κινηματογράφο, απρόσμικτη όμως από άλλες ποιότητές της, όπως ο ερωτισμός της. Γι’ αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντική η προγραμματική δήλωση του συγγραφέα, ότι το κείμενο δεν πρόκειται να εξετάσει κριτικά ή ιστορικά την εμφάνιση και εξέλιξη του ερωτισμού στον κινηματογράφο, παρά αυτή της γυμνότητας, γνωρίζοντας τον κίνδυνο που θα υφείρπε από μια τέτοια αξίωση (σκεφτείτε ότι το ερωτικό στοιχείο στον κινηματογράφο υπάρχει ήδη από το 1896 σε ένα φιλμ του T. Edison). Μπορεί η γυμνότητα και ο ερωτισμός να αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία, αλλά ο Σολδάτος καταφέρνει να τα απο-ταυτοποιήσει.
Το εγχείρημα δεν μοιάζει, ούτε είναι εύκολο: ο συγγραφέας καλείται όχι μόνο να επιλέξει προσεκτικά τι θα προσθέσει, αλλά και να επιδείξει ανάλογη κριτική ικανότητα στο τι θα αφαιρέσει ή θα αποκρύψει, χωρίς να προσδώσει στο έργο έναν απονευρωμένο και καταλογικό χαρακτήρα. Η ιστορία της γυμνότητας στη μεγάλη οθόνη σημειώνει ταυτόχρονα και την ιστορία του σκηνοθετικού βλέμματος απέναντι στο σώμα (συγκρότηση νέων μυθολογιών του σώματος, υπό το βλέμμα του Λ. Μπουνιουέλ ή του Ρας Μέγιερ) και άρα, αναπόφευκτα, αποτελεί μια ιστορία του κινηματογράφου, που εκτείνεται από τον Μελιές στον Γκασπάρ Νοέ.
Ο Σολδάτος αφήνει με βεβαιότητα ένα τεράστιο έργο για την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, νομίζω όμως, ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με το κορυφαίο του έργο κι αυτό γιατί η αποτύπωση της γυμνότητας στον κινηματογράφο δεν συνιστά μια ακραιφνώς κινηματογραφική μελέτη, αλλά υπερβαίνει στην πραγματικότητα τα στενά κινηματογραφικά όρια, γινόμενη διαθεματική. Πρόκειται για μια μελέτη από την οποία μπορούμε να εξάγουμε σημαντικά συμπεράσματα κοινωνιολογικού ή πολιτισμικού ενδιαφέροντος. Πολλές από τις εικόνες που φιλοξενεί το βιβλίο προέρχονται από ταινίες που στην καλύτερη των περιπτώσεων θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως χυδαίες. Στο έργο του Σολδάτου όμως ανανοηματοδοτούνται: βγαίνοντας από τους διηγηματικούς κύκλους τους, οι εικόνες των γυμνών σωμάτων «ενδύονται» μέσω των αφηγηματικών μοτίβων του συγγραφέα ένα νέο περιεχόμενο.
Ο αφηγηματικός άξονας του βιβλίου μοιάζει να ακολουθεί μια συνταγματική ιστορική σύνταξη και σε αυτό επιβοηθά αυτό που στο βιβλίο σημειώνεται: ότι η αποκάλυψη του σώματος έγινε με γεωμετρική πρόοδο: από το γυναικείο στήθος στον φαλλό και γι’ αυτό ο αναγνώστης θα διαπιστώσει πως, όσο οι σελίδες περνούν, το περιεχόμενο των εικόνων «σκληραίνει». Θα έλεγα, επιπροσθέτως, ότι η παρουσίαση των ερωτωγόνων ζωνών στον κινηματογράφο αποκαλύπτει κάτι περισσότερο από το δέρμα: αποκαλύπτει τα χρονικά στρώματα του κινηματογράφου. Το βιβλίο είναι αρκετά σημαντικό και από την άποψη ότι γίνεται κομιστής στοιχείων μιας «ιστορίας της θέασης», παρέχοντας στοιχεία για τον πατερναλισμό της όρασης και την πολιτισμική (και πολλές φορές πολιτική) δέσμευσή της. Δικαίως λοιπόν ο συγγραφέας αναρωτιέται το γιατί ο λογοκριτής επιτέθηκε στο γυμνό σώμα του κινηματογράφου και όχι στο γυμνό σώμα του Άουσβιτς, εννοώντας, προφανώς, ότι η παραστατική πηγή έχει το σκανδαλώδες προνόμιο να ηθικοποιείται άκριτα στη δημόσια σφαίρα, αφού το υλικό της μετατρέπεται σε τεκμήριο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και μία ακόμη παρατήρηση του Σολδάτου, αναφορικά με τη λογοκρισία στον κινηματογράφο: ο θεατής (και άρα και ο λογοκριτής) δεν μπορούσε στο 1/24 του δευτερολέπτου να «κατακτήσει» το σώμα και άρα δεν μπορούσε να επιτευχθεί η απομάγευσή του. Μόνο με την εγγραφή του από τα σύγχρονα μέσα αναπαραγωγής κατακτήθηκε ολοκληρωτικά. Τι φαίνεται να εννοεί εδώ ο Σολδάτος; Εννοεί ότι, όταν το καρέ δεν μπορούσε να σταματήσει απέδιδε την αύρα του «ρομαντικού γδυμένου», καθώς προκαλούσε το «ξάφνιασμα» του θεατή, ο οποίος έφευγε με την αμυδρή αίσθηση ότι κάτι πρόλαβε να δει. Όταν όμως καταφέραμε να σταματήσουμε το κινηματογραφικό καρέ, τότε το σώμα εγκιβώτιζε στοιχεία από το «γυμνό».
Το συγκριτικό πλεονέκτημα αυτής της έκδοσης από την προηγούμενη είναι η ανακατανομή της ύλης σε πιο αυστηρά κεφάλαια, ενώ τα μοτίβα αφήγησης στηρίζονται σε λιγότερες μεν, το ίδιο ουσιαστικές δε εικόνες και πολύ συγκεκριμένα καρέ (όπως αυτό που θα βρείτε στη σελίδα 185, με την εκτομή του πέους στην Αυτοκρατορία των Αισθήσεων του Οσίμα). Διαπιστώνουμε ότι μεταξύ των παρουσιαζόμενων φιλμ μεσολαβεί ένα χάος που εκτείνεται από τους προϋπολογισμούς έως τα κάδρα, από τα σενάρια έως τα μοντάζ, αλλά ο συγγραφέας επιμένει στον κοινό παρονομαστή τους, το σώμα, και γι’ αυτό κανεις δεν πρόκειται να κατηγορήσει τον Σολδάτο για το ότι τοποθετεί το σώμα της Σπεράντζας Βρανά σχεδον δίπλα σε αυτό της Μπριζίτ Μπαρντό, αφού ακριβώς αυτό επιζητά να αναδείξει: τη σχεδόν υπερ-ιστορική φύση του σώματος, του σώματος που όταν εγγράφεται στο φιλμ δεν μπορεί να χαθεί, αφού με αυτόν τον τρόπο αιωνιοποιείται.
*Υπ. Διδ. Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ
