ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 26 Φεβρουαρίου είναι η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, η κορύφωση αυτού του αποκριάτικου πνεύματος της εύθυμης μεταμφίεσης, με τους ανθρώπους να γλεντούν, μασκαρεμένοι σε κάτι που ενδεχομένως θα ήθελαν να είναι, φορώντας ένα προσωπείο που είναι ένα από τα αληθινά και βαθιά κρυμμένα πρόσωπά τους, όπως έκαναν και οι αρχαίοι Ελληνες με τις διονυσιακές γιορτές και οι Ρωμαίοι με τα Λουπερκάλια και τα Σατουρνάλια, πάνω-κάτω την ίδια εποχή του χρόνου. Και καλώς έκαναν και κάνουν – η ζωή είναι λίγη κι ο θάνατος πολύς, όπως έλεγε κι ο Καζαντζάκης.

Ενα από τα αρχετυπικά αποκριάτικα κοστούμια είναι και αυτό του παλιάτσου. Αυτή η στολή, αυτή η περσόνα, ενσωματώνει μια εσωτερική σύγκρουση, μια επώδυνη αντίφαση, που είναι, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια κι όχι μόνο στην Ελλάδα, κάτι σαν προαπαιτούμενο της κοινωνικής μας ύπαρξης: μ’ ό,τι μας συμβαίνει, γελάμε για να μην κλάψουμε. Κι ακόμα παραπέρα, κάνουμε τους άλλους, εάν τους αγαπούμε κι ενδιαφερόμαστε γι’ αυτούς, να γελάσουν, ακόμα και να καγχάσουν μαζί μας, για να μην κλάψουν εκείνοι. Γινόμαστε παλιάτσοι – κι όχι μόνο τις Απόκριες.

Καμία φιγούρα του λαϊκού ιταλικού θεάτρου, της Κομέντια ντελ άρτε, απ’ όπου κατάγεται, δεν έχει τόσο έντονο το στοιχείο του γελοίου και του τραγικού όσο ο παλιάτσος. Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας λέει πως ο παλιάτσος είναι «κωμικό πρόσωπο λαϊκών θεαμάτων», αλλά και ο γελοίος, αυτός με γελοία εμφάνιση, ο καραγκιόζης… Δεν ξέρω για τον Καραγκιόζη, που ασφαλώς είναι και γελοίος και κακομοίρης, αλλά έχει και μια βαλκανική τσαχπινιά, μια ανατολίτικη σπιρτάδα, μια γήινη αίσθηση ζαβολιάς που λείπει από τον παλιάτσο, τον «pagliaccio» στα ιταλικά, από το «paglia», το άχυρο, από το λατινικό «palea».

Γιατί άχυρο; Pagliaccio στα ιταλικά είναι ο σάκος ο παραγεμισμένος με άχυρα και συνεκδοχικά αυτός που τον φοράει – πράγματι, ο παλιάτσος φοράει ένα πολύ φαρδύ άσπρο κοστούμι, σαν στρώμα παραγεμισμένο με άχυρα, ένα αχυρόστρωμα. Ομως, έχει επικρατήσει η έννοια του γελοίου, όταν λέμε «παλιάτσος». Είναι ο κλόουν, ο μπουφόνος, ο φαιδρός, ο γελωτοποιός, ο ανάξιος λόγου, ο τιποτένιος, αυτός που είναι ντυμένος με αλλοπρόσαλλα ρούχα που προκαλούν τη θυμηδία, το γιουχάισμα…

Ο θλιμμένος κλόουν είναι ένα κλισέ, σίγουρα, γιατί ακριβώς ισχύει, κάτι που μπορούν να βεβαιώσουν πολλοί διάσημοι κωμικοί ηθοποιοί, που έκαναν ομορφότερη τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, πάσχοντας οι ίδιοι από κατάθλιψη, όπως ο σπουδαίος και αδικοχαμένος Ρόμπιν Ουίλιαμς. Κωμικοτραγική φιγούρα είναι βέβαια και ο Κάνιο, ο βασικός χαρακτήρας της όπερας «Παλιάτσοι» (I Pagliacci) του Ρουτζέρο Λεονκαβάλο (1891). Η άρια «Ridi, pagliaccio», (Γέλα, παλιάτσο), στην οποία ο απελπισμένος Παλιάτσος ετοιμάζεται για την κωμική παράσταση ξέροντας πως τον απατά η γυναίκα του, έχει δώσει την ευκαιρία σε ιερά τέρατα του λυρικού θεάτρου, όπως ο Ενρίκο Καρούζο, αλλά και ο Λουτσιάνο Παβαρότι, να ξεδιπλώσουν το υπέροχο ταλέντο τους.

Επίσης, με τον ίδιο τίτλο «Γέλα, παλιάτσο, γέλα» (Laugh, clown, laugh) υπάρχει και μια παλιά (του 1928) αμερικανική δραματική ταινία, που πραγματεύεται κι αυτή την έννοια του κωμικοτραγικού, σκηνοθεσίας Χέρμπερτ Μπρένο, με τον μεγάλο Λον Τσέινι στον πρώτο ρόλο, του Παλιάτσου, που δεν μπορεί να σταματήσει να κλαίει, και τον Νιλς Ασθερ στον ρόλο του φίλου του, του κόμη Λουίτζι, που δεν μπορεί να σταματήσει να γελάει…


Θα υπάρχει μια διέξοδος,

είπε ο παλιάτσος στο ληστή

Κι αν σου ‘χει μείνει μια σταλιά ντροπή,

δώσε λιγάκι προσοχή

Εμπόροι πίνουν το κρασί μας,

και κλέβουνε τη γη

Εσύ είσαι η μόνη μας ελπίδα,

σε περιμένουμε να ‘ρθεις

Αδερφοί Κατσιμίχα