ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θεόδωρος Γεωργίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Διανύουμε μια άτυπη προεκλογική περίοδο. Με συνταγματικούς όρους δεν έχουν προκηρυχθεί οι εκλογές. Παρ’ όλα αυτά όλα τα πολιτικά κόμματα, κοινοβουλευτικά και εξωκοινοβουλευτικά, διεξάγουν τον προεκλογικό τους αγώνα, ο οποίος πριν ακόμη αρχίσει έχει φτάσει κιόλας στην κορύφωσή του! Μετά απ’ αυτές τις διαπιστώσεις, ας εξετάσουμε ένα κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα, το οποίο δεν είναι άλλο από το εξής: σε ποιο βαθμό και υπό ποιες προϋποθέσεις η προεκλογική δραστηριότητα των πολιτικών κομμάτων συμβαδίζει με το κοινοβουλευτικό σύστημα και σε ποιο βαθμό τα ίδια τα πολιτικά κόμματα μέσω της προεκλογικής δραστηριότητάς τους υπερασπίζονται τη δημοκρατία.

Στη διεθνή βιβλιογραφία μιλάμε για πολιτική κρίση, για δομική κρίση, για λειτουργική κρίση, για κρίση νομιμοποίησης κ.ά. Ολες αυτές οι μορφές κρίσης αναφέρονται στον τρόπο άσκησης της πολιτικής εξουσίας σε μια χώρα. Για την «ελληνική περίπτωση» όλοι μας (πολιτικοί και πολίτες, δηλαδή αντιπρόσωποι και αντιπροσωπευόμενοι), μετά την πρόσφατη συζήτηση στο Κοινοβούλιο, συνειδητοποιήσαμε ότι ως πολιτική κοινωνία περνάμε μια δομική κρίση όσον αφορά τον δημοκρατικό χαρακτήρα αυτής της κοινωνίας. Εχουμε να κάνουμε με επέμβαση ενός συστήματος εξουσίας (της εκτελεστικής εξουσίας) στο σύστημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην πολιτικο-δημοσιογραφική γλώσσα, αυτή η δομική κρίση έχει καταγραφεί ως υπόθεση υποκλοπών και παρακολουθήσεων (ή άλλως ΕΥΠ-gate).

Εάν εξετάσει κανείς πώς αντιμετωπίζεται η δομική κρίση της πολιτικής κοινωνίας μας κατά την προεκλογική περίοδο, διαπιστώνει τα εξής: η κοινοβουλευτική πλειοψηφία υιοθέτησε τη στάση της κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία η θεσμική δομική κρίση ανάγεται σε επιχειρησιακή ανεπάρκεια των υπηρεσιών της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ). Κατά την κυβερνητική στάση, ένα κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται ως τεχνικό ζήτημα.

Στην πλευρά της αντιπολίτευσης συμβαίνουν τα εξής: ενώ εργάστηκε επί ένα εξάμηνο (από τις αρχές Αυγούστου του 2022) να αναδείξει τον πολιτικό χαρακτήρα της κρίσης, από ένα σημείο και μετά καταφεύγει σε αμφισβητούμενες πολιτικές πρακτικές, όπως π.χ. είναι η κοινοβουλευτική πρακτική της αποχής από τις ψηφοφορίες.

Στο ερώτημα πώς και γιατί φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο, η απάντηση μπορεί να αναζητηθεί σε τρία ερμηνευτικά πεδία (χωρίς αξιολογική κατάταξη): πρώτον, στην επικράτηση του οικονομικού συστήματος έναντι του πολιτικού· δεύτερον, στη μετατροπή των πολιτικών κομμάτων σε υπο-πολιτικές συντεχνιακές ενώσεις και, τρίτον, στην περιθωριοποίηση των κοινοβουλευτικών θεσμών. Δεν πρόκειται για ιδιαιτερότητες της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας. Εχουμε να κάνουμε με κοινωνικές δυναμικές και πολιτικές τάσεις στο παγκόσμιο πολιτικο-οικονομικό σύμπαν. Οι επιμέρους ιστορικές εξειδικεύσεις τους στην κοινωνία μας αποκτούν ιδιαίτερο θεωρητικο-πολιτικό ενδιαφέρον. Και, επιπλέον, σχετίζονται άμεσα με τον τρόπο που διεξάγεται ο προεκλογικός αγώνας σ’ αυτή τη φάση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά την τελευταία κοινοβουλευτική τετραετία (2019-2023) το «πρώτο χέρι» στη λήψη των αποφάσεων δεν το είχε η κυβέρνηση, αλλά η διακυβέρνηση του επιτελικού κράτους. Δεν είχαμε να κάνουμε με άσκηση κυβερνητικής εξουσίας, αλλά με διαδικασίες λήψης των αποφάσεων από τους φορείς της δημόσιας πολιτικής (του επιτελικού κράτους) σε άτυπη συνεννόηση με τις οικονομικώς ισχυρές ομάδες (ελίτ), οι οποίες οργανώνονται πλέον ως συντεχνίες. Από την άλλη, το Κοινοβούλιο ως ο κατεξοχήν δημοκρατικός θεσμός περιθωριοποιήθηκε και δεν μπορεί παρά να περιορίζεται στον ρόλο του «υπηρέτη» της εκτελεστικής εξουσίας. Στον εποπτικό και ελεγκτικό ρόλο του αποδυναμώθηκε.

Ολα αυτά τα φαινόμενα περιγράφουν σειρά παθογενειών που χαρακτηρίζουν τη δημοκρατία στις μέρες μας και στη χώρα μας και παγκοσμίως. Για τα πολιτικά κόμματα πρέπει να σημειωθεί ότι περνάνε μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης ως αντιπροσωπευτικά σώματα. Πολλοί αναρωτιούνται πώς και γιατί τα πολιτικά κόμματα της μεταπολίτευσης εμφανίζουν σήμερα ένα τόσο αποκρουστικό πρόσωπο! Δεν λειτουργούν ως θεσμικοί φορείς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Δεν διατυπώνουν ιδεολογικές θέσεις και απόψεις. Ούτε και επιχειρηματολογούν. Αντιμάχονται οι μεν τους δε με «τσακωμούς» και ύβρεις. Η κοινοβουλευτική αυτή «κατάντια» έχει την ερμηνεία της: τα πολιτικά κόμματα έχουν «μεταμορφωθεί» σε υπο-πολιτικές ενώσεις υποστήριξης συμφερόντων επιμέρους αντιμαχόμενων κοινωνικών ομάδων. Η διάκριση Δεξιάς – Αριστεράς υφίσταται, αλλά όχι ως ιδεολογική διαφορά. Υφίσταται ως σύγκρουση κοινωνικών ομάδων, οι οποίες συγκρούονται ως συντεχνίες.

Η κρίση νομιμοποίησης των κομμάτων (δηλ. το γεγονός ότι δεν λειτουργούν ως αντιπροσωπευτικά σώματα των κοινωνικών τάξεων) αντανακλάται στη δημόσια εμφάνισή τους, στο δημόσιο πρόσωπό τους. Ο πολιτικός λόγος των κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση. Ωστόσο, ως πολιτική κοινωνία χρειαζόμαστε την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Κατά συνέπεια, χρειαζόμαστε και τα πολιτικά κόμματα. Ο Elmer Schattschneider την εποχή των ολοκληρωτισμών (στο κλασικό βιβλίο του «Party Government», 1942) έγραφε με έμφαση: «H σύγχρονη δημοκρατία είναι αδιανόητη χωρίς τα πολιτικά κόμματα». Ας το έχουν, λοιπόν, αυτό το πολιτικό πρόταγμα υπόψη τους όλοι όσοι έχουν οποιαδήποτε σχέση με τα κόμματα. Υπεράσπιση της δημοκρατίας σημαίνει πρωτίστως υπεράσπιση των πολιτικών κομμάτων.

*Καθηγητής πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης