Για όσους και όσες γνωρίσαμε τον Γιώργο Δερτιλή ως δάσκαλο στο Παρίσι, κατά τη θητεία του στην έδρα Ιστορίας της Νεότερης και Σύγχρονης Ελλάδας στην École des Hautes Études en Sciences Sociales (EHESS), η απώλεια είναι μεγάλη. Δίπλα του μάθαμε πολλά. Και το μεγαλύτερο μάθημα το έδινε ο ίδιος με το παράδειγμά του. Άφησε την έδρα του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όταν ήταν 61 ετών, σε μια ηλικία που κάποιος άλλος θα περίμενε να κυλήσουν απλώς μερικά χρόνια και να βγει στη σύνταξη. Μετακόμισε στο Παρίσι και έστησε την έδρα στην EHESS, με χρηματοδότηση που κατόρθωσε να εξασφαλίσει ο ίδιος. Αποτέλεσε πόλο έλξης για μια νέα γενιά ιστορικών που δεν τους δίδαξε μονάχα πώς γράφεται η Ιστορία· τους πρόσφερε απλόχερα έμπνευση, υποστήριξη και διακριτική καθοδήγηση, επηρεάζοντας καθοριστικά τη ζωή πολλών από εμάς.
Η σχέση δασκάλου-μαθητή τον συγκινούσε βαθιά και την παρομοίαζε συνήθως με τη σχέση πατέρα-παιδιού. Μνημόνευε τον Κ.Θ. Δημαρά ως δάσκαλό του, κάνοντας τακτικά αναφορές στη σχέση τους. Υπέγραφε και αυτός πάντα Γ.Β. Δερτιλής ωσάν το όνομα και το πατρώνυμο να είχαν το ίδιο ειδικό βάρος. Για τον Δερτιλή, οι φοιτητές που επόπτευσε στο μεταπτυχιακό ή το διδακτορικό ήταν τα παιδιά του. Ετσι, ποτέ δεν ξεχώριζε κάποιον φοιτητή του μπροστά σε άλλον.
Ήταν ανθρώπινος. Καταδεκτικός και δοτικός ταυτόχρονα. Πρακτικό πνεύμα, προϊόν και της αγγλοσαξονικής του παιδείας. Αναζήτησε υποτροφίες και εργασία για τους φοιτητές και τις φοιτήτριές του ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους
Ηταν ευγενής, διακριτικός και προστατευτικός. Παρακολουθούσε, ακόμα και χωρίς να έχει ειδοποιηθεί από εμάς, διαλέξεις μας. Ενδιαφερόταν να μάθει πώς εξελισσόμαστε μετά και την απόκτηση του διδακτορικού τίτλου. Ασφαλώς, η σχέση αυτή δεν ήταν πάντα ανέφελη. Οπως δεν είναι πάντα ανέφελη και η σχέση ενός πατέρα με τα παιδιά του. Αν ωστόσο αισθανόταν ότι είχε αδικήσει κάποιον, ήταν έτοιμος να ζητήσει, με τον τρόπο του, συγγνώμη, ενώ συνάμα αναγνώριζε το δικαίωμα του παιδιού στην «πατροκτονία».
Κομψός
Τόπος συνάντησης ήταν πάντα το καφέ «Les Éditeurs» ή κάποιο άλλο μπιστρό στο Odéon. Εκεί έδινε τα ραντεβού του με όλους εμάς. Εφτανε πάντα ευθυτενής, κομψός και με βήμα ταχύ από το σπίτι του στη γειτονική rue Suger. Η συζήτηση μαζί του μπορούσε να πάρει απροσδόκητη τροπή, από τα ακαδημαϊκά και τα πολιτικά έως τα προσωπικά θέματα, γιατί διέθετε βαθιά μόρφωση, σπάνια ευαισθησία και χιούμορ. Το τελευταίο ήταν ίσως το χαρακτηριστικό που τον διέκρινε κατ’ εξοχήν, και στη λεπτή του ειρωνεία υπέβαλλε πρώτον απ’ όλους τον εαυτό του.
Ηταν ανθρώπινος. Καταδεκτικός και δοτικός ταυτόχρονα. Πρακτικό πνεύμα, προϊόν και της αγγλοσαξονικής του παιδείας. Αναζήτησε υποτροφίες και εργασία για τους φοιτητές και τις φοιτήτριές του ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Θεωρούσε χρέος των γονιών να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους τις συνθήκες που θα τους επέτρεπαν να μορφωθούν και να προοδεύσουν. Το ίδιο θεωρούσε ότι έπρεπε να κάνει και αυτός ως δάσκαλος. Γνωρίζοντας καλά το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, πρόσφερε στους Ελληνες φοιτητές που έφταναν στο Παρίσι εκείνα τα υλικά και πνευματικά εφόδια που θα βοηθούσαν στην προσαρμογή τους στο παρισινό ακαδημαϊκό περιβάλλον. Ταυτόχρονα, προσπαθούσε να μη μας εγκλωβίσει στη γυάλα του ενδεχόμενου επαρχιωτισμού μιας έδρας ελληνικής ιστορίας του εξωτερικού. Επιθυμούσε να προσελκύσει και ξένους φοιτητές που να ενδιαφερθούν για θέματα ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας, και, εν μέρει, τα είχε καταφέρει. Τότε, μας ξένιζε που ζητούσε και από εμάς, τους Ελληνες φοιτητές του, να μιλάμε μαζί του στα γαλλικά, καθώς και να χρησιμοποιούμε τα γαλλικά στη γραπτή επικοινωνία με τον ίδιο. Αρκετά αργότερα αντιληφθήκαμε ότι προσπαθούσε να μας ανοίξει, έστω και συμβολικά, νέους πνευματικούς και ακαδημαϊκούς ορίζοντες.
Ηταν λεπτολόγος και μεθοδικός. Η επαφή μαζί του σε έκανε να σκέφτεσαι ως ιστορικός μέσα από την ενασχόληση με απτά καθημερινά θέματα και να εκφράζεσαι με σαφήνεια και οικονομία. Διάβαζε σχολαστικά κάθε κείμενο που λάμβανε από τους φοιτητές του και το επέστρεφε, συνήθως, κατακόκκινο από τις διορθώσεις, κυρίως υφολογικές.
Ηταν λάτρης της σαφήνειας και του ρέοντος ύφους που θα έκανε ένα κείμενο επιστημονικά ελέγξιμο και ταυτόχρονα προσιτό στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.
Ηταν 84 ετών και παρ’ όλα αυτά συνέχιζε να γράφει, δουλεύοντας και ξαναδουλεύοντας παλιά και νέα κείμενα, και ιδίως την αγγλική έκδοση της «Ιστορίας του Ελληνικού Κράτους», του μεγάλου του έργου.
Αναγνώριση
Πρόσφατα εκλέχτηκε στην Ακαδημία Αθηνών, κάτι που τον χαροποίησε ιδιαίτερα, όχι τόσο ως οφειλόμενη αναγνώριση όσο ως ένα νέο ξεκίνημα, ως μια προοπτική για να οργανώσει ξανά κάτι μετά το Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών, την έδρα Ιστορίας της Νεότερης και Σύγχρονης Ελλάδας στο Παρίσι και τόσα άλλα.
Οσοι και όσες από εμάς του μίλησαν το τελευταίο διάστημα, διέκριναν ότι, παρά την προσχηματική δυσφορία του για τον επερχόμενο φόρτο εργασίας και για το γεγονός ότι θα αναγκαζόταν να περνάει περισσότερο χρόνο μακριά από τα αγαπημένα του Κύθηρα, υπήρχε ακόμα η φλόγα και ο ενθουσιασμός μπροστά στο νέο ξεκίνημα. Αυτό ίσως ήταν και το σημαντικότερο μάθημα που έδινε με το παράδειγμά του: την ανάγκη για συνεχή βελτίωση, τον καθορισμό και την εκπλήρωση νέων στόχων, το πείσμα ενός ανθρώπου που επιθυμούσε να προσφέρει για να πάνε τα πράγματα λίγο παραπέρα. Ας είναι αυτή η παρακαταθήκη οδηγός για τις μαθήτριές και τους μαθητές του, παλαιότερους και νεότερους, που θα μας συνοδεύει μαζί με τα γραπτά του και την ανάμνησή του.
*Κύριος ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Ερευνας της Γαλλίας (CNRS).
**Εντεταλμένος ερευνητής στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών.
Ήταν και οι δύο φοιτητές του Γ.Β. Δερτιλή στην EHESS.
