ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Τίνα Τέρνερ φέτος κλείνει τα 84 της χρόνια. Ηταν η πρώτη μαύρη ροκ τραγουδίστρια, διέθετε μια απίστευτη φωνή, πέρασε μια δύσκολη ζωή με κακοποιήσεις κάθε είδους και βγήκε όχι αλώβητη, αλλά αγωνίστρια. Οσο για τη σκηνική παρουσία της, αυτή κι αν ήταν εξέγερση από μόνη της: με τη μαλλούρα και το κορμί της να πάλλονται μαζί με τη φωνή της ήταν μια κραυγή ολόκληρη επί σκηνής!

Τώρα έχουμε άλλες μαύρες τραγουδίστριες να κάνουν καριέρα στον δρόμο που χάραξε η Τίνα. Η Μπιγιονσέ είναι ίσως το πιο επιτυχημένο παράδειγμα αυτών. Η οποία βέβαια μόνο δύσκολή ζωή δεν είχε: δισεκατομμυριούχος είναι και μιμούμενη ακριβώς όσα έκανε επί σκηνής η Τέρνερ 30 χρόνια πριν έχει γίνει όχι μόνο πρώτο όνομα στη μουσική βιομηχανία, αλλά και πρότυπο για τις ΗΠΑ (ειδικά για τις μαύρες γυναίκες, ακόμη και των κατώτερων κοινωνικών τάξεων).

Κάνοντας διάφορες ακαδημαϊκές εργασίες για τις διεκδικήσεις του φεμινιστικού κινήματος, την πολιτική των δικαιωμάτων κ.λπ. πάντοτε αυτό το «δίδυμο» Τίνα – Μπιγιονσέ ερχόταν στο μυαλό μου: πώς είναι δυνατόν η πρώτη να μην αποτέλεσε (στο ίδιο μέγεθος έστω) πρότυπο για τις μαύρες γυναίκες στην Αμερική όσο η δεύτερη, αν και ταξικά ήταν πιο κοντά τους;

Πώς γίνεται να «ακολουθούν» μια γυναίκα με απίστευτα πολλά χρήματα, η οποία (πέρα από το όποιο ταλέντο) δεν φαίνεται να χρησιμοποιεί τη φήμη της υπέρ κανενός κινήματος; Πώς γίνεται η Τίνα να έχει περάσει μεν στο πάνθεον της ιστορίας της ροκ, αλλά η Μπιγιονσέ να είναι αυτή που έχει γίνει είδωλο, ακόμη και για τα λαϊκά (ή και πάρα πολύ φτωχά ακόμα) κοινωνικά στρώματα; Αρκεί ένα μαύρο δέρμα (και ένας καλός μάνατζερ) για να γίνεις πρότυπο, ενώ δεν έχεις απολύτως τίποτε άλλο κοινό με όσους/ες σε έχουν αναγάγει ως τέτοιο;

Αυτή η σκέψη επανήλθε στον νου μου όταν παρακολούθησα την παράσταση «Πεταλούδες στο στομάχι» του Κωνσταντίνου Ρήγου, στο θέατρο του Νέου Κόσμου, η οποία ξεκίνησε την προηγούμενη εβδομάδα (συνεχίζει κάθε Τετ. 20.00, Παρ. 21.00, Σάββ. 19.00, 21.15). Το κείμενο της παράστασης υπογράφει η Ερι Κύργια, ενώ η σύλληψη, όπως και η σκηνοθεσία ανήκουν στον Κ. Ρήγο – δύο άνθρωποι δηλαδή με βαριά «παραστατικά» στον καλλιτεχνικό χώρο: η Ερι Κύργια με μεγάλη εμπειρία στη δραματουργία, που έχει διατελέσει και (μεταβατική) καλλιτεχνική διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου, και ο Κ. Ρήγος, πασίγνωστος χορογράφος και σκηνοθέτης μουσικών θεατρικών παραστάσεων, που είναι και διευθυντής του Μπαλέτου της Λυρικής τα τελευταία χρόνια.

Στο έργο περιμέναμε να δούμε (σύμφωνα με την περιγραφή της παράστασης από τους ίδιους) το πώς «εκπρόσωποι της Gen Z, των Millennials, της Generation X, των γενεών που γαλουχήθηκαν με την τεχνολογία των Η/Υ, του ίντερνετ και της δικτύωσης» βιώνουν τον έρωτα στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή. Τι είδαμε; Μια παράσταση με πολύ καλή χρήση της τεχνολογίας, ωραίες μουσικές και ενδιαφέρουσες (άλλες περισσότερο, άλλες λιγότερο) σκηνικές παρουσίες και ώς εκεί.

Ακούσαμε μία εκπρόσωπο της νέας γενιάς (την υποδύεται η Κλέλια Ανδριολάτου) να λέει λέξεις όπως «υποδόρια» και «παρειές» (αυτές τις λέξεις χρησιμοποιούν οι Millennials;), είδαμε μια έναρξη παλιακή όσο και ο ίδιος ο αυνανισμός (ο ταλαντούχος Κωνσταντίνος Μπιμπής αυνανίζεται δίχως επιτυχία μπροστά σε μία οθόνη), μια μαύρη ηθοποιό (η Ιντρα Κέιν έχει υπέροχη φωνή, αλλά η θεατρική ερμηνεία της ήταν άνιση – βέβαια αυτές τις σκηνοθετικές οδηγίες πήρε φανταζόμαστε) και δύο καλούς χορευτές επί σκηνής. Οσο για τη Δωροθέα Μερκούρη υπήρχε στη σκηνή ως ο εαυτός της: μια γυναίκα γοητευτική που μιλάει ιταλικά. Τέλος, το δραματουργικό περιβάλλον μόνο σύγχρονο δεν ήταν, καθώς η τόση χρήση ναρκωτικών στα κλαμπ ήταν μάλλον ίδιον της δεκαετίας του ‘90 παρά του σήμερα…

Αλλά το καταλυτικό ήταν η αφήγηση του περιστατικού που συνέβη πριν από λίγο καιρό, όταν ένα νεαρότατο ζευγάρι γκέι αυτοκτόνησε στην Αρμενία, αφού αντάλλαξε ένα φιλί, επειδή δεν μπορούσαν να ζήσουν ελεύθεροι… Αλήθεια, τι σχέση έχει αυτό το περιστατικό με τον (ξεκάθαρα) αστικό σχολιασμό του, όπως αυτός παρουσιάστηκε ως τέτοιος στην παράσταση;

Για ποια Generation Love μιλάμε; Για κάποια παιδιά που έχουν χρήματα να πάρουν ναρκωτικά, μιλάνε ως διανοούμενοι και απλώς κινούνται σε έναν ρυθμό σαν κινηματικό για κάτι σαν αδιέξοδο; Δυστυχώς οι «πεταλούδες» αυτές μάς έκατσαν κάπως βαριές στο «στομάχι». Οπως δεν αρκεί να είσαι μαύρος για να γίνεις «πρότυπο» των διεκδικήσεων των μαύρων, έτσι δεν αρκεί και η χρήση της διαφορετικότητας ή της νεότητας (με λέξεις μεγάλων!) για να σχολιάσεις την κοινωνική τους διάσταση, ακόμα και στον έρωτα.