Λένε πως το επάγγελμα του ρεπόρτερ δεν έχει ωράριο. Το δημοσιογραφικό κλισέ επιβεβαιώθηκε με τον πλέον στενάχωρο τρόπο το βράδυ της Τρίτης. Λίγα λεπτά μετά τις 12 με καλεί ο αρχισυντάκτης μου και με ενημερώνει για έναν εκτροχιασμό τρένου έξω από τη Λάρισα. Ηταν η μόνη πληροφορία που είχαμε τότε. Το πρώτο σοκ ήρθε όταν πήρα την Πυροσβεστική: «Δεν είναι εκτροχιασμός, αλλά σύγκρουση δύο αμαξοστοιχιών» μου λέει η γυναίκα που σήκωσε το τηλέφωνο. Φασαρία ασυνήθιστη στο τηλεφωνικό κέντρο. Η γυναίκα εξηγεί ότι η σύγκρουση έγινε στα Τέμπη, στο μνημείο του ΠΑΟΚ, και αμέσως παίρνω τον φωτορεπόρτερ μας και φεύγουμε για το σημείο.
Νέο τηλέφωνο καθ’ οδόν από τον αρχισυντάκτη που αναφέρει τη λέξη «σφαγείο». Στη διαδρομή σκεφτόμουν μακάρι να είναι υπερβολή, όμως καθώς περνούσαμε από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, βλέποντας κόσμο μαζεμένο και αστυνομία να περιμένει έξω στην είσοδο, αρχίζω να συνειδητοποιώ ότι είναι σοβαρό.
Αυτό το αίσθημα μιας καταστροφής που μόλις έχει συμβεί εντείνεται όταν στον δρόμο προς Τέμπη βλέπουμε ασθενοφόρα να επιστρέφουν τρέχοντας στη Λάρισα. Και μετά το δεύτερο σοκ. Στο σημείο της σύγκρουσης το μυαλό δεν μπορεί να αντιληφθεί αυτό που βλέπουν τα μάτια. Βαγόνια διαλυμένα και κομμάτια από το τρένο να έχουν φτάσει σχεδόν μέσα στον δρόμο πάνω στην παλαιά εθνική οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης, εκεί όπου ήμασταν μαζεμένοι. Πρώτη ενστικτώδης σκέψη: πώς κάτι τόσο μεγάλο βρίσκεται τόσο μακριά από εκεί που θα έπρεπε να είναι; Ενα βαγόνι του Intercity είχε εκτροχιαστεί από τη μεριά του δρόμου. Εστεκε μέσα στο χαντάκι ένα τέραστιο κομμάτι μόνο του, αποκομμένο.
Σιγά σιγά καταφτάνουν τα κανάλια και οι φωτορεπόρτερ από την Αθήνα και μετά από λίγο η αστυνομία μάς διώχνει από το σημείο. Οι δημοσιογράφοι των καναλιών και οι φωτορεπόρτερ αποχωρούν για να βρουν νέο σημείο να τραβήξουν πλάνα. Γύρω στις 3 το πρωί αποχωρεί και η αστυνομία. Προσεγγίζω ξανά το σημείο όπου ακουγόταν πλέον μόνο ο ήχος από τη γεννήτρια των πυροσβεστικών οχημάτων.
Κάποια στιγμή έρχεται δίπλα μου ένας πυροσβέστης. Κάθεται για λίγο σιωπηλός και μετά αρχίζει να μου μιλάει για το πώς ήταν η κατάσταση όταν έφτασε. Ηταν από τους πρώτους. «Κόλαση. Ανθρωποι προσπαθούν να σκαρφαλώσουν το λοφάκι για να να φτάσουν στον δρόμο, φωνές ακούγονται από παντού, βαγόνια τυλιγμένα στις φλόγες». Μου δείχνει ένα βαγόνι που κάπνιζε και αναρωτιόταν πώς είναι δυνατόν να καίει ακόμη μετά από τόσες ώρες που οι συνάδελφοί του ρίχνουν νερό. «Υπάρχουν άνθρωποι μέσα, αλλά δεν μπορεί να μπει κάποιος γιατί οι λαμαρίνες καίνε», λέει.
Ξημερώνει. Πλέον έχουμε μεταφερθεί στην απέναντι μεριά της σιδηροτροχιάς σε ένα χωράφι με πλάτη μας τον Πηνειό. Μπροστά μας είναι τα σμπαραλιασμένα βαγόνια και αυτά της πίσω σειράς που φαινομενικά έμειναν άθικτα. Με το πρώτο φως της ημέρας επιχειρούν δύο γερανοφόρα οχήματα να σηκώσουν τα συντρίμμια για να εντοπίσουν κάποιον άνθρωπο. Στον χώρο τριγύρω είναι πεταμένα μεταλλικά και πλαστικά κομμάτια του τρένου, όμως εμένα μου κάνουν εντύπωση κάποια καθίσματα βαγονιού. Πώς έστεκαν στον χώρο, σχεδόν άφθαρτα, με αυτό το μοβ, αυτό το παλιό, το συνηθισμένο χρώμα που βλέπουμε σε αυτά τα βαγόνια; Ηταν σαν να βρέθηκα και εγώ σε ένα βαγόνι εκείνη τη στιγμή.
Οι ώρες περνούν. Οι γερανοί σηκώνουν κομμάτια, τα κατεβάζουν και τα ξανασηκώνουν καθώς είναι πολλά σίδερα κολλημένα μεταξύ τους. Αυτή η ρουτίνα σε «κοιμίζει» σχεδόν μέχρι τη στιγμή που ακούς τους αστυνομικούς δίπλα σου να λένε ότι πρέπει να μπουν στα βαγόνια για να βγάλουν τα προσωπικά αντικείμενα των επιβατών. Βγάζουν από τα παράθυρα μπουφάν, παιδικές τσάντες, λάπτοπ και άλλα αντικείμενα.
Στο μεταξύ καταφτάνουν συνεχώς πολιτικοί. Πάω και εγώ μαζί τους, αλλά το βλέμμα μου επικεντρώνεται στα προσωπικά αντικείμενα που βγάζουν οι διασώστες από τα συντρίμμια των πρώτων βαγονιών και τα οποία τοποθετούν στη συνέχεια μέσα σε κούτες. Σε ένα από αυτά είναι και ένα παιδικό λούτρινο λαγουδάκι. Κάπου ανήκε.
Την επόμενη μέρα ρεπορταζιακά για μένα η προσοχή στρέφεται στο δικαστικό κομμάτι της υπόθεσης. Ο σταθμάρχης της Λάρισας, ο οποίος φέρεται -κατά δική του αρχική ομολογία- να έκανε το μοιραίο λάθος, οδηγείται ενώπιον της ανακρίτριας. Κάποια στιγμή με απόφαση του εισαγγελέα εκκενώνεται από κόσμο, πλην του προσωπικού, ένας ολόκληρος όροφος. Αστυνομικοί έχουν μπλοκάρει την πρόσβαση στον όροφο όπου είναι ο σταθμάρχης και ρωτάνε συνεχώς και επιτακτικά δικηγόρους και υπαλλήλους πού κατευθύνονται. Λες και μόλις έχουν συλλάβει τον μεγαλύτερο καταζητούμενο.
Βρίσκομαι μέσα σε ένα γραφείο και κάποια στιγμή ρίχνω μια ματιά στον άνθρωπο που περιμένει έξω από το γραφείο της ανακρίτριας να απολογηθεί για αυτά που έκανε ή δεν έκανε. Εκείνη τη στιγμή φαίνεται να «κουβαλάει» πάνω του τον θάνατο 37 μέχρι τότε ανθρώπων. Σκυμμένο κεφάλι, μάσκα στο πρόσωπο, βλέμμα στο έδαφος, σχεδόν «ερείπιο». Σκέφτομαι πώς είναι δυνατόν να είναι ο μόνος που «φταίει», ενώ ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα διαχρονικά άφησε στην τύχη της τη σιδηροδρομική υποδομή της χώρας; Την ίδια ώρα οι συγγενείς στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας αναζητούν με αγωνία την τύχη των ανθρώπων τους. Ποιος φταίει που μια μάνα ή ένας πατέρας θα αναγνωρίσει και θα πάρει πίσω μόνο ένα λούτρινο λαγουδάκι;
*Δημοσιογράφος Larissanet.gr
