Το πράσινο φως για τη διαδικασία δήλωσης συμμετοχής κατασκευαστριών εταιρειών για τσιπάκια υπολογιστών και smartphones στο πρόγραμμα ύψους 39 δισεκατομμυρίων δολαρίων έδωσε η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, σε μία ακόμη κίνηση παροχής κινήτρων για την αύξηση της ροής επενδυτικών κεφαλαίων στην αμερικανική οικονομία.
Το πακέτο στήριξης του Υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ δίνει στις εταιρείες πρόσβαση σε κρατική στήριξη για την κατασκευή νέων εργοστασίων και την επέκταση της παραγωγής των τσιπ, τα οποία χρησιμοποιούνται πλέον σε δεκάδες δισεκατομμύρια συσκευές.
Η χρηματοδότηση είναι μέρος του νόμου CHIPS and Science, τον οποίο υπέγραψε ο Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν τον περασμένο Αύγουστο. Οι επιχορηγήσεις, τα δάνεια και οι εγγυήσεις δανείων έχουν σκοπό να αναζωογονήσουν την εγχώρια παραγωγή τσιπ υπολογιστών και μειώσουν παράλληλα την εξάρτηση της αμερικανικής οικονομίας από την ηγεμονική στον τεχνολογικό τομέα Κίνα.
Η προσπάθεια έχει σχεδιαστεί για να αναβαθμίσει το πλεονέκτημα των ΗΠΑ στη στρατιωτική τεχνολογία και την κατασκευή, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα που σημειώθηκαν το 2021, μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, όταν η έλλειψη τσιπ έκλεισε τις γραμμές συναρμολόγησης εργοστασίων και πυροδότησε ένα πληθωριστικό κύμα.
«Αυτή είναι ουσιαστικά μια πρωτοβουλία εθνικής ασφάλειας», δήλωσε η υπουργός Εμπορίου Τζίνα Ραϊμόντο. «Δεν γράφουμε λευκές επιταγές σε καμία εταιρεία», εξήγησε.
Τα χρήματα προορίζονται για τη στήριξη ιδιωτικών επενδύσεων σε νέα εργοστάσια και μπορούν να επιστραφούν εάν οι εταιρείες τα χρησιμοποιήσουν για επαναγορές μετοχών. Μεγάλες εταιρείες όπως η Intel, η TSMC, η IBM, η Micron και η Texas Instruments έχουν ήδη ξεκινήσει γενναίες επεκτάσεις που συνδέονται με το πρόγραμμα, οι οποίες θα ανέλθουν σε 52 δισεκατομμύρια δολάρια όταν συνδυαστούν με τη χρηματοδότηση για την έρευνα.
Οποιαδήποτε εταιρεία, όμως, λάβει στήριξη δεν μπορεί να επεκτείνει την παραγωγική της ικανότητα σε ξένες χώρες που αποτελούν πηγή ανησυχιών για την εθνική ασφάλεια, ένας περιορισμός που φαίνεται να ισχύει για την Κίνα. Επιπλέον, οι αποδέκτες δεν μπορούν να συνεργαστούν με εταιρείες που εδρεύουν σε αυτές τις χώρες για τους σκοπούς της ανάπτυξης προηγμένων τεχνολογιών, σύμφωνα με το πλαίσιο της Ουάσινγκτον.
Όλες οι εταιρείες που αναζητούν τα κεφάλαια θα πρέπει να δείξουν πώς σχεδιάζουν να αναπτύξουν ένα τοπικό εργατικό δυναμικό, με τις εταιρείες να λαμβάνουν 150 εκατομμύρια δολάρια ή περισσότερα και θα πρέπει επίσης να παρέχουν οικονομικά προσιτή και προσβάσιμη παιδική φροντίδα στους εργαζομένους τους.
