Καιρός είναι να πάμε από τις περιπλοκές των αλγορίθμων στα απλά προβλήματα με τις τέσσερις πράξεις στην πρακτική αριθμητική. Ας πάρουμε ένα νοικοκυριό στη χώρα Α και άλλο ένα στη χώρα Β. Θα εξετάσουμε τη μηνιαία διάρθρωση των δαπανών τους σε πέντε περιοχές: (1) νοίκι, (2) υγεία, (3) διατροφή, (4) λογαριασμοί και (5) λοιπές δαπάνες. Ολες αυτές οι δαπάνες εξαρτιούνται από τα έσοδα, που και αυτά –δηλαδή η ίδια η αγοραστική τους δυναμική– εξαρτιούνται από την εξέλιξη του πληθωρισμού, που επηρεάζει τα μέγιστα την ίδια την αγοραστική δυναμική, δηλαδή τι αγαθά και υπηρεσίες μπορούμε να αγοράσουμε με ένα δεδομένο ποσό χρημάτων.
Στη χώρα Α το νοικοκυριό δαπανά για νοίκι το 50%, για υγεία το 15%, για διατροφή το 20% και για λογαριασμούς το 15% του μηνιάτικου. Που σημαίνει πως δεν μένει τίποτε (0%) για τις λοιπές δαπάνες. Οταν αυξάνονται οι ανάγκες για τους λογαριασμούς, λ.χ. οι υψηλές χρεώσεις για ηλεκτρισμό και για αέριο, τότε γίνονται περικοπές λ.χ. από την υγεία ή τη διατροφή. Παράδειγμα, αρκετά νοικοκυριά στην Ευρώπη όπου πρόσφατα υπήρχε το δίλημμα ή τρώμε (διατροφή) ή ζεσταινόμαστε (λογαριασμοί). Στη χώρα Α το νοίκι αποτελεί τη μεγαλύτερη ποσοστιαία δαπάνη, μια που εκεί κυριαρχεί η κερδοσκοπία πάνω στη γη (το real estate) ή πιο «ευγενικά» η γαιοπρόσοδος, παραδοσιακό καταφύγιο των γαιοκτημόνων και όσων ζουν από έσοδα από εργασία για την οποία δεν έχουν εργαστεί (το περίφημο unearned income των αεριτζήδων).
Στη χώρα Β το νοικοκυριό δαπανά για νοίκι το 20%, για υγεία το 5%, για διατροφή το 10%, για λογαριασμούς το 10%, οπότε απομένει ένα 55% του μηνιάτικου που μπορεί να κατανεμηθεί στις λοιπές δαπάνες, όπως είναι η παιδεία, η ασφάλεια για τη σύνταξη, η επικοινωνία και οι μεταφορές, η ένδυση και υπόδηση, τα είδη άμεσης κατανάλωσης και τα αγαθά οικιακής χρήσης.
Στη χώρα Α, η όποια κατανάλωση εκτός των πέντε παραπάνω περιοχών είναι απλά ανέφικτη. Η Ελλάδα σήμερα (2023) τείνει πολύ να μοιάζει με τη χώρα Α και το όποιο χρήμα να κινείται σε αυτές τις περιοχές.
Αν κάναμε την υπόθεση ότι τα αγαθά της παιδείας και της υγείας για όλα τα νοικοκυριά είναι δωρεάν, μη αποτελώντας αντικείμενα αισχροκέρδειας (δηλαδή έχουν μηδενική δαπάνη για αυτά τα νοικοκυριά, εφόσον καλύπτονται από το Δημόσιο), αυτό αντανακλά στο ότι τα προϊόντα που παράγονται στη χώρα Β τα κάνει αρκετά ώς πολύ ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές και το νόμισμα της Β γίνεται ανταγωνιστικό, εφόσον η εργοδοσία (των εργαζομένων) δεν τα ενσωματώνει (ποσοστιαία) στην τελική τιμή των παραγόμενων προϊόντων.
Οι χώρες τύπου Β δεν εφαρμόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές -από το 1975 και μετά- και το συμπέρασμα της άσκησης είναι ότι οι χώρες τύπου Α διαθέτουν ένα δυσοίωνο μέλλον, που δεν συμβαίνει με τις χώρες τύπου Β. Τα συμπεράσματα, δικά σας.
*Ομότιμος καθηγητής Τμήματος ΕΜΜΕ Πανεπιστημίου Αθηνών
