Δώδεκα σημειώματα, δώδεκα μαρτυρίες από τις φυλακές των Τρικάλων, ολοκληρώνουν το συλλογικό έργο «ΣΑΝ ΒΓΩ ΑΠ’ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ», μια συλλογή 50 επιλεγμένων διηγημάτων από τον πανελλήνιο διαγωνισμό μικρής φόρμας με αυτόν τον τίτλο.
Ετσι επέλεξε να συστηθεί στο ευρύ κοινό ο νέος εκδοτικός οίκος «Γραφή» που έχει έδρα τα Τρίκαλα.
Η απόφαση για τη δημιουργία ενός εκδοτικού οίκου, που μετρά σχεδόν έναν χρόνο ζωής, δεν ήταν εύκολη, όμως η ζωή του Δημήτρη Σαριγγαλά, ιδιοκτήτη της «Γραφής», μύριζε πάντα μελάνι και χαρτί. Μια μυρωδιά που δεν μπορούν να σβήσουν εύκολα οι δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούμε, ούτε ακόμα η απειλή της πιο βαθιάς κρίσης.
«Η πρώτη δουλειά ήταν σε τυπογραφείο. Ασχολήθηκα με τη γραφιστική, με τη σελιδοποίηση βιβλίων. Ημουν τυπογράφος και γραφίστας μέχρι το 2004 και μετά εργάστηκα σε βιβλιοπωλείο και σε εκτυπώσεις. Ξεκινήσαμε ως εκδοτικός οίκος με έδρα τα Τρίκαλα, τον Φεβρουάριο του 2022.
Παρά τις δυσκολίες, παρά την κρίση, η αρχή και οι πρώτοι μήνες εξελίχθηκαν καλά, παρ’ όλες τις δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει ένας πρωτοεμφανιζόμενος εκδοτικός οίκος και παρά το γεγονός ότι το ράλι των τιμών έχει παρασύρει τα πάντα, εμείς παραμένουμε προς το παρόν αισιόδοξοι».
712 μέρες στην ανεργία δεν τις λες και λίγες
Ιστορίες για κρίσεις, για φυλακές, για ανθρώπους στο περιθώριο. Ιστορίες για αγρίους… Σαν αυτή που περιγράφει η Μιράντα Χρυσομάλλη, η οποία κέρδισε το 1ο βραβείο του διαγωνισμού (που είχε ως αφόρμηση τη φράση «Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή») με το διήγημά της «Χωρίς εξίσωση»:
«Η μοναδική γαμημένη μου ψυχαγωγία τους τελευταίους μήνες είναι καφές με στριφτό στο μπαλκόνι, χαζεύοντας το καναρίνι του γείτονα. Πέντε επί ένα το μπαλκόνι, στο τέρμα ενός αδιέξοδου στενού. Σπάνια να βρεθεί εδώ περαστικό αυτοκίνητο και πολύ το γουστάρω όταν συμβαίνει. Παίρνω μάτι τους οδηγούς που παλεύουν με την όπισθεν ν’ αποφύγουν τους καθρέφτες από τα παρκαρισμένα, βλαστημώντας μανάδες, σπίτια, κοινωνίες… Τελευταία και μόνο στο άκουσμα ενός καθρέφτη που σπάει, χαμογελάω σαν ηλίθιος. Παράσιτο είναι η συνήθεια…
Ετρωγα φρίκη, όχι αστεία. Εφτακόσιες δώδεκα μέρες στην ανεργία δεν τις λες και λίγες…»
Δεύτερη ζωή (δεν) έχει;
Η διεξαγωγή του διαγωνισμού διηγήματος μικρής φόρμας, η επιτυχία του, αλλά και η έκδοση του συλλογικού «Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή» δεν θα υλοποιούνταν χωρίς τον Νίκο Μάντζιο. Αυτός είχε την ιδέα του διαγωνισμού, του τίτλου του αλλά και της συμμετοχής των έργων που έγραψαν τρόφιμοι του καταστήματος κράτησης.
Ο μαθηματικός, ειδικός παιδαγωγός, συγγραφέας και δάσκαλος δημιουργικής γραφής Νίκος Μάντζιος διηγείται την εμπειρία του από την εθελοντική δράση του στις Φυλακές Τρικάλων:
«Διδάσκω δημιουργική γραφή στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας στις Φυλακές Τρικάλων. Πρόκειται για μια εμπειρία μοναδική. Οι μαθητές μου είναι κυρίως αλλοδαποί. Το λεξιλόγιό τους είναι φτωχό, αλλά αυτό έχει μια δύναμη και μια γοητεία ξεχωριστή. Η λιτότητα στη γραφή είναι το ζητούμενο. Η κάθε τους λέξη αποδίδει ακριβώς αυτό που πιστεύουν. Λένε τα πράγματα όπως έχουν, χωρίς φιοριτούρες. Δεν είναι απλά ειλικρινείς, αλλά και ρεαλιστές, με έναν τρόπο που σε πολλούς μπορεί να μοιάζει σκληρός, αλλά είναι έντιμος. Δίκαιος. Γι’ αυτό και καμιά τους λέξη δεν είναι περιττή».
Η Μαρία Μουτσάκη, διευθύντρια του 2ου Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας των Φυλακών Τρικάλων, παρότρυνε τους μαθητές της να γράψουν τα δικά τους κείμενα γι’ αυτή την έκδοση. Κι εκείνοι κατέγραψαν δώδεκα διαφορετικές σκέψεις, παίρνοντας βαθιές ανάσες για να βγουν όχι από την κάθε είδους «φυλακή» που βιώνουν «οι απέξω» αλλά από την αληθινή φυλακή:
«Το όνειρο των ανθρώπων είναι να πετάξουν. Οταν ο Λαπλάς πέταξε με αερόστατο κι έπειτα προσγειώθηκε, ανέφερε ότι είδε πολλά, το μόνο που δεν είδε ήταν ο Θεός. Ισως αυτός, εδώ στη φυλακή, μας ξέχασε. Μάτια κλειστά, τότε βλέπουν μόνο με την καρδιά και αυτό είναι το ουσιαστικό. Τα πραγματικά συναισθήματα από εκεί έχουν καταγωγή. Ετσι ζούμε στη φυλακή. Σαν βγω από αυτή τη φυλακή, ελάχιστοι θα με περιμένουν, οι μνήμες ξεθωριάζουν, η καχυποψία περισσεύει, αλλά όμως όλοι, έχουμε μέσα μας τη δύναμη του δημιουργού που πολλές φορές είναι ένας ξέφρενος καλπασμός, ίσως στο άγνωστο. […]
Να ξεχάσω, να απωθήσω τη φρίκη, ο ήλιος να πάψει να είναι μαραμένος, να αγκαλιάσω αχόρταγα τις σιωπές και τους θορύβους της φύσης, να δω ορίζοντα, να γευθώ την αλμύρα της αλισάχνης, να συναντήσω αυτό που άφησα ή ξέχασα στην πόρτα της φυλακής. Θα ήθελα η φαντασία να υπερβεί το απέραντο της γης, βιάζομαι να κερδίσω τον χρόνο που μάταια αναζητούσα στη φυλακή. […]
Δεν θέλω να έχω πλέον στόχους. Να κοιτάξω τις λεπτομέρειες του χρόνου στα πρόσωπα των αγαπημένων προσώπων, να δω τις ρυτίδες πάνω τους, να τους αγαπήσω περισσότερο. Αραγε αυτοί με αγαπούν;» Η.Κ.
