Βαρεθήκαμε τις υποσχέσεις. Τα λόγια τα βαρύγδουπα. Τα ευχολόγια. Λίγες στιγμές αλληλεγγύης μάς έμειναν για να κρύψουμε τον αποτροπιασμό μας. Την αμάθεια. Την απαιδευσιά μας. «Μετά το έγκλημα έχουν οι δολοφόνοι τα πιο αθώα μάτια. Εκπληκτοι μπρος απ’ τα πολύχρωμα γλυκά, εκστατικοί στις φωτεινές επιγραφές που αναβοσβήνουν στα λαϊκά μελό 4-6 δακρυσμένοι. Ντρέπονται για το ύψος τους στους δρόμους, βυθίζουν με μανία τα χέρια στις ρηχές τσέπες του πέτσινου, πάνε γωνιά γωνιά μη και μας σπρώξουν».
«Αηδία, λέει, αηδία· κλείσε τ’ αυτιά, τα ρουθούνια, τα μάτια. Ν’ ακούσεις τι; Να δεις τι; Προς τα πού να κοιτάξεις; Τι ν’ αντιπαραθέσεις; Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου και μήτε μια σ’ ένα μπαλκόνι ψηλά να χαμηλώσεις μεσίστια. Παλιές εφημερίδες επιπλέουν στα νερά, πλάι στους πνιγμένους».
Πίσω από κάθε δολοφονημένο Αλκη βρίσκονται τα παιδιά μας. Πίσω από κάθε δολοφόνο βρίσκεται η αλλοφροσύνη. Η παντελής έλλειψη παιδείας. Τα κοινωνικά στερεότυπα της ομαδοποίησης. Η μία γειτονιά έναντι της άλλης. Η μία χώρα έναντι της άλλης. Η μία ομάδα έναντι της άλλης. Ουδείς εκὼν κακός. Φταίμε κι εμείς. Που δεν κάνουμε τίποτα. Που παρακολουθούμε απαθείς. «Μη χαίρεστε αν σκοτώσατε το κτήνος. H σκύλα που το γέννησε ζει και είναι πάλι σε οργασμό».
