ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα «Χαλίκια», είναι το δεύτερο βιβλίο ποίησης του Γιώργου Ανδρέου. Στα συλλογή αυτή συγκεντρώθηκαν ποιήματα που γράφτηκαν την τελευταία πενταετία (ανάμεσά τους και κάποια που ξεκίνησαν ή έμεναν στο συρτάρι από πολύ παλιά).

Ολοκληρώθηκαν μέσα στην καραντίνα. Η διαδικασία συγγραφής τους υπήρξε παρηγορητική και θεραπευτική για τον ίδιο. Με τις ιδιότητες του συνθέτη, του στιχουργού, του ενορχηστρωτή, του μουσικού, του ηχολήπτη, του δισκογραφικού και συναυλιακού παραγωγού, ο Γιώργος Ανδρέου έχει συνεργαστεί και συμπράξει με το σύνολο σχεδόν των σημαντικών προσωπικοτήτων του ελληνικού τραγουδιού. Και γράφει σήμερα, εδώ στην «Εφημερίδα των Συντακτών», ένα κείμενο για τα «Χαλίκια».

Ανεπαισθήτως

«Ετσι λοιπόν ανεπαισθήτως

Με ζωηρά χτυπήματα μοιραία

Με το πριόνι βυθισμένο στον κορμό

Λίγο ο ένας στα κρυφά

Λίγο ο άλλος φανερά

Ολοι μαζί ασθματικά

Τα ζωτικά πανάκριβα θεμέλια

Με τρόπο συμπαγή

Καταρρακώνουμε…»

Πέντε χρόνια γράφω και σβήνω αυτά τα ποιήματα. Σταθερά μέσα μου η ίδια απορία: Γιατί δεν βρίσκουμε τον τρόπο. Για να αντέξουμε το παρελθόν και να εξευμενίσουμε το μέλλον. Επέτειοι έρχονται και παρέρχονται, λόγια λέγονται και γράφονται πολλά. Η ψυχή των πραγμάτων απουσιάζει. Ναι (λέει το ποίημα), είμαστε όλοι συμμέτοχοι. Οχι όλοι συνένοχοι.

Η φωτιά

«Φωτιά, να ξέρεις, είν’ εκείνο το στοιχειό

Που καίει μόνο όσα δεν καίγονται…

Η ιστορία πάλι, όταν ξαφνικά

Επιταχύνει ο τροχός των γεγονότων

Δίχως εξήγηση καμιά. Δίχως απάντηση:

Γιατί οδηγήθηκαν σε τούτη την κατεύθυνση τα πράγματα;

Πώς δεν κινήθηκαν σε αντίθετη φορά;

Και να οι εμφύλιοι, η προσφυγιά

Ο ανάπηρος τυφλός πατέρας στου Αινεία τους ώμους…»

Μέσα στην οικονομική κρίση, τα capital controls, τη φτώχεια, την απελπισία των συνανθρώπων – το πληγωμένο βλέμμα, τη λαβωμένη υπερηφάνεια, την απόγνωση. Τι μπορεί να πει, τι μπορεί να κάνει η Ποίηση; Πάντως όχι να σιωπήσει.

Στο πηγάδι

«Ο μεγάλος πλούτος αίμα μυρίζει

Εμείς αλλιώς είχαμε μάθει να πλουτίζουμε

Ενα αστάχυ, μια μυρτιά, το νυχτολούλουδο

Το μαγεμένο υπογάστριο των ποιητών

Ενα ματσάκι αστραφτερή δικαιοσύνη

Ο πλούτος ο μεγάλος εν τω μεταξύ

Ολο αβγαταίνει, όλο γίνεται

Κοιμούνται πάνω του οι αναιδείς

Τα κυνηγόσκυλα των αστεριών

Οι δοκησίσοφοι…»

Η τέχνη μου, η τέχνη σου, η τέχνη μας. Από την ακαμψία των Επικυρίαρχων με την «Τρόικά» τους, στη δυστοπία της πανδημίας. Και μετά ο πόλεμος. Ενώ, συγχρόνως, το βάρος των προγόνων στις πλάτες, τα αρχαία μνημεία, η γλώσσα η Ελληνική, ο κληρονομημένος θησαυρός που επιμένει να ενοχλεί την αταραξία μας.

Ο κληρονόμος

«Ελένη, Αγαμέμνονα, Ηλέκτρα

Ορέστη, Κλυταιμνήστρα, Φιλοκτήτη

Οιδίποδα, Θυέστη, Σαρπηδόνα

Εσάς και το σινάφι σας

Σας κληρονόμησα

Σας έχω χρεωθεί

Και δυσφορώ

Και πνίγομαι…»

Τα άσπρα μάρμαρα

«Τα άσπρα μάρμαρα δεν μας ανήκουν…

Ας το δεχτούμε δίχως οιμωγές

Είμαστε άλλοι, άλλων άλλοι

Κι ας μας κυκλώνει ίδια ζάλη

Οταν η γλώσσα μαρτυρεί

“Μαχών” “θαλάττης” “άχθος” –λέει–

“Ερώτων” “πόλις” “ευτελείας”

“Σημείον” “γέρας” “ειμαρμένης”

“Τρόπαιον” “άλγος” “νεαρόν”…

Δεν μας ανήκουνε οι Παρθενώνες

Μήτε οι Ελευσίνιες οδοί

Ανίεροι

Ανέμελοι

Ανέστιοι»

Εχοντας θητεύσει στο τραγούδι, δεν συμπαθώ ιδιαίτερα (το ομολογώ) την αυτοαναφορικότητα. Η Τέχνη (γνώμη μου) οφείλει να βλέπει «γύρω» και να μιλά για όσα καίνε. Αν είναι μεγάλη Τέχνη, θα επιζήσει του επικαιρικού και θα μείνει διαχρονικά ενεργή και συναρπαστική.

Γολγοθάς

«Τη νύχτα οι δολοφόνοι ζευγαρώνουν

Με το αφιονισμένο ξέπλυμα

Των φονικών χεριών του αρχαίου Πιλάτου

Σαν ξημερώσει ακονίζουν τα περίστροφα

Καλομετρούνε ύλους στιβαρούς

Ζυγίζουν το μπαρούτι τους

Γάλα και ζάχαρη ταΐζουνε τα φίδια»

Στη γριά Ευρώπη πληθαίνουν οι (κρυπτο)φασιστικές φωνές. Επιστρέφουν ιδέες και πρακτικές που θεωρούσαμε πως εξόρισε για πάντα το άγος του Αουσβιτς. Φαίνεται πως κάναμε λάθος.

Πέντε χρόνια γράφε-σβήνε. Τι είναι πέντε χρονάκια μπροστά στην ηλικία του σύμπαντος; Γελάω. Δεν γίνεται ωστόσο να μη σκεφτώ αν… Αν όλοι εμείς οι τωρινοί συνταξιδιώτες στο γαλάζιο διαστημόπλοιο θα αφήσουμε πίσω μας κάτι, ένα μικρό σημάδι πως υπήρξαμε, πως περάσαμε από εδώ, πως ζήσαμε πριν γίνουμε αστρόσκονη ξανά.

20018

«Το 20018, σωτήριον έτος, απορώ

Θα έχει ίσως διασωθεί

Κάποια λεξούλα ανθεκτική

Απ’ όσα τώρα ιστορώ;

Κι ο αναγνώστης μου; Παιδί,

Κάποιος σακάτης σκοτεινός,

Ενα μηχάνημα τρελό

Ρομπότ πολύπλαγκτο, στρυφνό;

Κύριος οίδε…»

Πιάνω μια χούφτα χαλίκια, που λες, κι όπως εκείνος ο αρχαίος Δημοσθένης, τα βάζω κάτω από τη γλώσσα. Και προσπαθώ και προσπαθώ. Πρώτα-πρώτα, να μην τα καταπιώ. Μετά, να τα πω. Το ξέρω – δεν είναι μόνο ζήτημα άρθρωσης. Δεν είναι ζήτημα καλλιέπειας, δεν. Είναι κάτι βαθύτερο, έτσι δεν είναι;