Ηταν ένας τρόπος να μας συστηθεί. Ή μάλλον, να μας ξανασυστηθεί. Ο Δημήτρης Παναγιωτάτος είναι ήδη γνωστός στον χώρο του σινεμά, ενώ θεωρείται από τους πρωτοπόρους του σινεμά του φανταστικού στην Ελλάδα.
Από τη δεκαετία του 1970, που ήταν φοιτητής στο Παρίσι (Bachelor και Master Κινηματογράφου από το Πανεπιστήμιο Paris VIII) έως σήμερα, σκηνοθετεί ταινίες («Η νύχτα με τη Σιλένα», «Εραστές στη μηχανή του Χρόνου», «Η Τρίτη Νύχτα», «Μοναξιά μου όλα» κ.ά.), έχει εργαστεί στην τηλεόραση, διδάσκει (είναι διευθυντής σπουδών και καθηγητής στο τμήμα Film Studies του New York College), γράφει βιβλία… Ολα τα παραπάνω θα μπορούσαν να είναι ένα, τυπικό ή μη, μικρό βιογραφικό. Ποιος είναι όμως ο καλύτερος τρόπος να γνωρίσουμε πραγματικά τον Δημήτρη Παναγιωτάτο;
«Οταν γνωριζόμαστε για πρώτη φορά με τους φοιτητές μου, δεν με απασχολούν τόσο οι τυπικές συστάσεις. Τους ζητάω να μιλήσουν για μια ταινία, βιβλίο ή μουσικό κομμάτι που τους σημάδεψε, ίσως και ως βιωματική εμπειρία. Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά απελευθερώνονται και κάθε όνομα αποκτά μια προσωπικότητα»…
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο επέλεξε κι ο ίδιος να «συστηθεί» σε μας. Με το νέο του βιβλίο «Μπορεί η τέχνη ν’ αλλάξει τον κόσμο; 50 ταινίες και βιβλία που άλλαξαν τη ζωή μου για πάντα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, αναλύει μέσα από την προσωπική, βιωματική του ματιά εκείνες τις κινούμενες εικόνες και γεμάτες σελίδες που σημάδεψαν τη δική του ζωή, μυώντας ταυτόχρονα εμάς, τους αναγνώστες, τόσο στον δικό του κόσμο όσο και στον ίδιο τον κόσμο της τέχνης, «που δεν είναι αναπαραγωγή της πραγματικότητας, αλλά αντανάκλασή της». Η συζήτησή μας ήταν πολύωρη… τι να πρωτοπείς εξάλλου, όταν η κουβέντα ξεκινά με το «50 βιβλία και ταινίες είναι λίγα, αλλά και 500 λίγα είναι πάλι!».
Η απάντηση: «Την απάντηση στο αν μπορεί η τέχνη να αλλάξει τον κόσμο τη δίνω πολύ νωρίς στο βιβλίο, στις πρώτες γραμμές. Το βιβλίο γράφηκε κυρίως ως η απόδειξη αυτής της απάντησης».
Η επιλογή: «Η επιλογή ήρθε ως η απάντηση στο ερώτημα όχι ποιες ταινίες ή βιβλία ήταν καλά και άντεξαν στον χρόνο, αλλά ποιες είχαν κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα πάνω μου. Ισως ακούγεται παράξενο, αλλά πραγματικά μπορεί να σου δώσει εντελώς πρακτικές λύσεις κάποια ταινία. Κάποια με δίδαξε, άλλη με έκανε να γράψω ένα βιβλίο. Ο Οσκαρ Γουάιλντ έλεγε πως “η ζωή αντιγράφει την τέχνη και όχι η τέχνη τη ζωή”. Αυτό για μένα είναι μια λύτρωση, ακριβώς γιατί ξέρω πού να στραφώ σαν έχω ανάγκη είτε από ψυχαγωγία είτε από έμπνευση ή από απτή λύση.
Για παράδειγμα, το βιβλίο του Σαρτρ “Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός” αποτελεί οδηγό μου όταν πρέπει να λάβω μια απόφαση. Βέβαια, ο καθένας θα βρει τις δικές του ταινίες και βιβλία και μουσικές που θα τον συντροφεύσουν (μεταφορικά και κυριολεκτικά) στη ζωή του. Το βιβλίο, ωστόσο, μας δίνει ακριβώς αυτή την οπτική: ότι η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια. Είναι μπούσουλας. Είναι λύσεις, ορίζοντας, αναπνοή».
Προσωπικό ζήτημα: «Συνέβη σε μένα, μπορεί και στον καθένα. Ακόμη κι αν δεν μπορεί η τέχνη να αλλάξει τον κόσμο, μπορεί να αλλάξει τη δική σου ζωή. Αυτό γίνεται όταν ξαναζείς την ταινία ή το βιβλίο στην αληθινή σου ζωή, όταν αναγνωρίζεις στους ήρωες και στις καταστάσεις τους τον εαυτό σου. Προσωπικά, μια ταινία με δίδαξε μια μεγάλη αλήθεια για έναν νεανικό μου έρωτα (“Ο δεσμώτης του ιλίγγου”), μια άλλη μου έδωσε θάρρος για το πιο κρίσιμο ταξίδι της ζωής μου (“Μπίλι ο ψεύτης”), όταν αποφάσισα να μη συνεχίσω με τη Νομική αλλά να σπουδάσω κινηματογράφο στο Παρίσι, και μια μελέτη του Φρόιντ μού ερμήνευσε τον πρώτο μου παιδικό τρόμο (“Το ανοίκειο”)…
«Ακόμα κι αν η τέχνη δεν μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο, μπορεί ν’ αλλάξει τη δική σου ζωή»
Οταν ήμουν οκτώ ετών, ο θυρωρός της πολυκατοικίας με οδήγησε στο υπόγειο, όπου είχε κρεμάσει από το ταβάνι τον γιο του για να τον τιμωρήσει επειδή δεν διάβαζε. Το είπα στη μητέρα μου και αμέσως κατέβηκε κάτω και απείλησε να καλέσει την αστυνομία. Μετά από τριάντα χρόνια βλέπω την ταινία “Το κορίτσι της διπλανής πόρτας”. Εκεί, ένα κορίτσι είναι κλεισμένο στο υπόγειο από τη μισότρελη θεία του και έρχονται αγόρια της γειτονιάς και το βιάζουν, το κακοποιούν. Ενα όμως αγόρι θέλει να τη βοηθήσει, το λέει στον πατέρα του και αυτός απαντά: “Εμάς δεν μας ενδιαφέρει, παιδί μου”.
Καταλαβαίνεις ότι είναι η ιστορία της ζωής μου αυτή; Κάθε φορά που βλέπω αυτή την ταινία σκέφτομαι τι θα είχε γίνει αν, όταν είπα στη μητέρα μου για το δικό μας υπόγειο, μου είχε απαντήσει ότι δεν μας αφορά! Η ταινία μιλά για το τραύμα: κάποιος θέλησε βοήθεια και κανένας δεν του την έδωσε. Αυτό το τραύμα δεν γιατρεύεται ποτέ. Μεγάλο μάθημα, το έζησα κι αυτό… Ναι, η τέχνη μπορεί να αλλάξει τις ζωές των ανθρώπων. Αυτή είναι η δύναμή της. Γιατί είναι η μόνη που μπορεί να το κάνει με τη φαντασία, την αισθητική απόλαυση, τη συγκίνηση και τελικά την υπέρβαση και τη λύτρωση».
Πώς μαθαίνουμε μέσω της τέχνης: «Η τέχνη παίρνει ένα κομμάτι της πραγματικότητας και μ’ έναν μεγεθυντικό φακό επικεντρώνεται σε ένα σημείο του. Εστιάζοντας σε αυτό, καταφέρνει μέσα από το ειδικό να σου δώσει το γενικό, το όλον. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον πόλεμο. Ας πούμε ότι θες να δεις τι είναι ο Α’ Π.Π.: μπορείς να διαβάσεις όλα τα σχετικά βιβλία, να βρεις τις ημερομηνίες, τα γεγονότα. Ωστόσο, η ουσία του πολέμου σού έχει διαφύγει. Οπότε, τι κάνεις; Διαβάζεις το “Αποχαιρετισμός στα όπλα” του Χέμινγουεϊ, που είναι η ιστορία ενός τραυματιοφορέα και μιας νοσοκόμας στον Α’ Π.Π. Είναι απίστευτο το πόσα θα καταλάβεις γι’ αυτόν τον πόλεμο από αυτό το βιβλίο, παρά από όποια άλλη ιστορική μελέτη».
Γιατί έχει τόση δύναμη: «Η μεγάλη δύναμη της τέχνης είναι αυτή: πως ό,τι σου “μαθαίνει”, το κάνει μέσα από τη συγκίνηση και την αισθητική απόλαυση. Μπορείς να μάθεις και μέσω της επιστήμης φυσικά, ωστόσο η διαφορά της με την τέχνη έγκειται ακριβώς στον συγκινησιακό χαρακτήρα της δεύτερης. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, ακριβώς γιατί μέσω της συγκίνησης και της αισθητικής απόλαυσης καταλήγεις σε κάτι ακόμη σημαντικότερο και απολύτως απαραίτητο για την ίδια τη ζωή: την υπέρβαση!
Το να ξεπεράσεις, δηλαδή, την πραγματικότητα, μέσω του κινηματογράφου ή της λογοτεχνίας εν προκειμένω, γιατί ακριβώς σε λυτρώνει αυτή η διαδικασία. Οταν διαβάσεις για τον έρωτα ή για τον πόλεμο, αποστασιοποιείσαι από την πραγματικότητα. Κατά κάποιο τρόπο, την υπερβαίνεις. Το πιο σημαντικό απ’ όλα, και στην τέχνη και στη ζωή, είναι η υπέρβασή τους: να ζούμε την πραγματικότητα σαν κάτι από το οποίο πάντα παίρνουμε τις αποστάσεις μας».
Για την τηλεόραση: «Για την ιδιωτική τηλεόραση, ο κανόνας ήταν πάντα ότι όσο πιο γρήγορα ξεχνιέται κάτι τόσο καλύτερα. Αυτό που θέλουν είναι κάποιος να παρακολουθήσει τηλεόραση το βράδυ, να κοιμηθεί, και την άλλη μέρα να μη θυμάται τίποτα από αυτά που είδε! Και αυτό να επαναλαμβάνεται κάθε μέρα! Δηλαδή, ένας καταιγισμός εικόνας και λόγου, ένας βομβαρδισμός, αλλά στο μυαλό να μη μένει τίποτα. Αν κάτι μείνει στο μυαλό, αν κάτι διδαχθείς από αυτά, αλίμονό τους.
Είχε πει ένας καναλάρχης ότι αυτό πρέπει να είναι σαν “μύξα”, δηλαδή να το καθαρίσεις το πρωί, να το πετάξεις και να τελειώνει. Υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά αυτός είναι ο κανόνας. Από την άλλη, τα σίριαλ είναι κοπτοραπτική. Σου λένε “κάνε δέκα επεισόδια και αν πάει καλά, κάνε αλλά είκοσι, άλλα τριάντα, κάνε για δυο ή τρία χρόνια”. Ναι, αλλά η ιστορία μπορεί να μην είναι καν για δέκα επεισόδια. Κοπτοραπτική που δεν έχει σχέση με τις ανάγκες και τη δραματουργία της ιστορίας – αυτό είναι. Υπάρχει και καλή τηλεόραση, που συνήθως γίνεται από την ΕΡΤ –αυτό πρέπει να το πούμε– με σειρές, αλλά και αυτοτελείς ιστορίες. Εχω σκηνοθετήσει πολλές αυτοτελείς ιστορίες στην ΕΡΤ επί Βασίλη Βασιλικού, αλλά και στην ιδιωτική τηλεόραση. Θήτευσα στην ΕΡΤ ως διευθυντής προγράμματος, την περίοδο 1982-1983.
Ηταν εποχές που προβάλλαμε, στις δέκα το βράδυ, την “Ευδοκία” του Δαμιανου ή τις “Γυμνές Αφροδίτες” του Κούνδουρου και μας τηλεφωνούσαν απειλώντας ότι θα μας κάψουν και την άλλη μέρα υπήρχαν πηχυαίοι τίτλοι στις εφημερίδες: “Πορνό στην ΕΡΤ!”. Ο Βασιλικός μού έλεγε “κάνε αυτό που πρέπει και εγώ είμαι υπεύθυνος και σε στηρίζω” και πράγματι το έκανε κάθε φορά.
Πρόβλημα είχαμε και με τις μικρού μήκους ταινίες, όπου ήταν πιο έντονη η αμφισβήτηση. Για να στηρίξουμε τους νέους καλλιτέχνες, τις αγοράζαμε και τις παίζαμε στη μία τη νύχτα. Προβάλλαμε και τις ταινίες του ανεξάρτητου ελληνικού κινηματογράφου στη μεταμεσονύκτια ζώνη. Και πάντα, την επόμενη μέρα, ξυπνούσα με ένα σφίξιμο στην καρδιά, για το τι θα γράψουν οι εφημερίδες. Φαντάσου να είχες μια “Στρέλλα” εκείνη την εποχή και να την πρόβαλλες: θα είχε ανατιναχθεί η ΕΡΤ!».
Τέχνη και εκπαίδευση: «Από τις πρωταρχικές φροντίδες μιας κυβέρνησης θα έπρεπε να είναι η επαφή των νέων (και όχι μόνο) με την τέχνη. Είναι απολύτως απαραίτητο για έναν λαό, ασχέτως περιόδων κρίσεων – και έχει αποδειχθεί και ιστορικά αυτό. Αλλά τι να λέμε τώρα; Αφού στην Ελλάδα, ενώ υπάρχουν άλλα υπουργεία που θεωρούνται φοβερά και τρομερά, στο υπουργείο Πολιτισμού συνήθως τοποθετείται κάποιος για να βολέψει μια κατάσταση και αυτός που τοποθετείται δεν είναι ευχαριστημένος, γιατί το ΥΠΠΟΑ θεωρείται κάτι υποδεέστερο. Αν υπήρχε το απαιτούμενο επίπεδο και η απαραίτητη θέληση φυσικά (το θέμα είναι ότι δεν θέλουν!), θα γινόταν αντιληπτό ότι ο Πολιτισμός είναι αυτό που μπορεί να επηρεάσει περισσότερο τον κόσμο! Ακριβώς γιατί ο Πολιτισμός έχει δύναμη, ελευθερώνει το μυαλό, σε οπλίζει με τη δύναμη της τέχνης.
Οταν έχεις όλα αυτά, τότε το επόμενο βήμα είναι η αμφισβήτηση του κόσμου. Οταν γίνει αυτή η υπέρβαση, τότε αρχίζεις να αναρωτιέσαι για το τι συμβαίνει στον κόσμο. Το έζησα αυτό και το ξέρω. Οταν βρέθηκα από ένα σκοτεινό, χουντικό καθεστώς στην Ελλάδα, στο Παρίσι, είπα “εδώ είναι η ζωή μου”. Σπούδασα στο 1973 στο Πανεπιστήμιο στη Βενσέν, που ήταν το πρώτο που έβαλε τον κινηματογράφο σε πανεπιστημιακό επίπεδο, αμέσως μετά τον Μάη του ’68. Εως τότε δεν υπήρχαν σχετικές σπουδές. Εκεί γνώρισα ανθρώπους ανεπανάληπτους, όπως ο Αλέν Μπαντιού, ο Ντενί Λεβί, ο Αδωνις Κύρου…
Οι κοινές δράσεις, η αμφισβήτηση του κόσμου, αυτό το “τίποτα δεδομένο”, το “καμία αυθεντία”, όλα αυτά με έκαναν άλλον άνθρωπο. Και κατάλαβα ποια πραγματικά είναι η δύναμη και η δυναμική της τέχνης, αν τη ζεις ως βιωμένη πραγματικότητα και όχι ως μια πολυτέλεια, που ανήκει ίσως σε κάποιες ελίτ και μόνο αν έχεις αρκετά χρήματα μπορεί να γίνει προσιτή. Αυτό είναι εγκληματικό. Το να μην μπορούν όλοι να μετέχουν στα του Πολιτισμού είναι αντιδημοκρατικό, εγκληματικό και απάνθρωπο».
Το βιβλίο «Μπορεί η τέχνη ν’ αλλάξει τον κόσμο; 50 ταινίες και βιβλία που άλλαξαν τη ζωή μου για πάντα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με σκληρόδετο εξώφυλλο και δεκάδες έγχρωμες φωτογραφίες στο εσωτερικό. Ο Δημήτρης Παναγιωτάτος αρθρογραφεί κάθε δεύτερη Πέμπτη στην «Εφημερίδα των Συντακτών» και μέρος αυτής της αρθρογραφίας αποτέλεσε τη βάση για το νέο του αυτό βιβλίο.
