Στην αστρονομία περιγράφεται ως «έκλειψη» η προσωρινή εξαφάνιση ενός ουράνιου σώματος από το οπτικό μας πεδίο, λόγω είτε της απόκρυψης είτε της επισκίασής του από ένα άλλο ουράνιο σώμα. Για παράδειγμα, οι γήινοι παρατηρητές βλέπουν την έκλειψη Ηλίου όταν η Σελήνη παρεμβάλλεται μεταξύ της Γης και του Ηλίου, ενώ όταν η Γη παρεμβάλλεται μεταξύ του Ηλίου και της Σελήνης παρατηρούν την έκλειψη Σελήνης.
Κοντολογίς, η έκλειψη Ηλίου παρατηρείται όποτε επέρχεται μια κατά προσέγγιση ευθυγράμμιση Ηλίου-Σελήνης-Γης, ενώ η έκλειψη Σελήνης όταν έχουμε την ευθυγράμμιση Ηλίου-Γης-Σελήνης. Ωστόσο, εν αντιθέσει με την έκλειψη Ηλίου, που διαρκεί μονάχα μερικά λεπτά και είναι ορατή από σχετικά περιορισμένα σημεία της Γης, η μερική ή η ολική έκλειψη Σελήνης διαρκεί αρκετές ώρες και είναι ορατή από κάθε σημείο της γήινης επιφάνειας που είναι νύχτα.
Στον τίτλο του σημερινού άρθρου επιλέξαμε, κατ’ αναλογία, τη λέξη «έκλειψη» για να περιγράψουμε το ιδιότυπο γνωσιολογικό καθεστώς και τη διαχρονική επιρροή των μαγικών-υπερφυσικών τρόπων σκέψης, κατά τους νεότερους χρόνους. Μολονότι ήταν αναμενόμενη η σχεδόν καθολική απαξίωση της μαγείας, μετά τη Μεγάλη Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα. Πράγματι, ύστερα από μια τόσο ριζική γνωσιολογική ανατροπή για τον ανθρώπινο τρόπο σκέψης, θα έπρεπε να θεωρούνται εύλογες (θεωρητικά) και αποδεκτές (στην πράξη) μόνο οι εμπειρικά τεκμηριωμένες επιστημονικές εξηγήσεις για τα φυσικά φαινόμενα, δηλαδή για τα πάντα!
Ενα πολύ φιλόδοξο επιστημονικό πρόγραμμα απομάγευσης του κόσμου, που, τους τελευταίους αιώνες, οδήγησε στις πολύ εντυπωσιακές γνωστικές καινοτομίες και στις πρωτοφανείς τεχνολογικές εφαρμογές τους. Χωρίς, εν τούτοις, να καταφέρει να εξαλείψει τη διαχρονική και, απ’ ό,τι φαίνεται, βαθύτατα ριζωμένη ανάγκη των περισσότερων ανθρώπων να καταφεύγουν σε μαγικές «εξηγήσεις». Δηλαδή σε υπερφυσικές και, εξ ορισμού, μη ελέγξιμες ερμηνείες της φυσικής πραγματικότητας.
Από τη «διαφωτιστική» επιστήμη της απομάγευσης…
Από τις απαρχές της νεωτερικής επιστημονικής επανάστασης μέχρι σήμερα, επιχειρήθηκε να χαραχτεί μια σαφής διαχωριστική γραμμή που να διαφοροποιεί τις προγενέστερες «μαγικές» από τις μεταγενέστερες «επιστημονικές» γνωστικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, η ακριβής διάκριση ανάμεσα στη μαγεία και την επιστήμη δεν είναι πάντοτε εφικτή, επειδή αμφότερες αντιστέκονται σθεναρά σε κάθε προσπάθειά μας να τις οριοθετήσουμε, άπαξ διά παντός, με βάση τα γνωστικά και τα μεθοδολογικά κριτήρια της εποχής μας. Και γι’ αυτό ακριβώς τα σύνορα μεταξύ της μαγικής και της επιστημονικής προσέγγισης της πραγματικότητας ήταν και παραμένουν θολά για την πλειονότητα των ανθρώπων.
Πάντως, αναζητώντας κανείς τις πιο εμφανείς και ανθεκτικές στον χρόνο νοητικές και μεθοδολογικές καινοτομίες που διαφοροποίησαν τη νεότερη επιστημονική έρευνα από τις κυρίαρχες μεσαιωνικές προσεγγίσεις της γνώσης, θα μπορούσε να εντοπίσει τουλάχιστον τέσσερις αποφασιστικές διαφορές:
1. Ως προς τη «φύση» των γνωστικών αντικειμένων, για τις σύγχρονες φυσικές επιστήμες δεν υπάρχει καμία διάκριση «ουσίας» μεταξύ των φυσικών και των τεχνητών αντικειμένων.
2. Για την έρευνα και την κατανόηση αυτών των εξίσου φυσικών γνωστικών αντικειμένων επιβάλλεται, εκτός από την παρατήρησή τους στις φυσικές συνθήκες όπου υπάρχουν, η απομόνωσή τους σε τεχνητές-πειραματικές συνθήκες, ώστε να επιβεβαιωθούν ή να διαψευσθούν πειραματικά οι επιστημονικές υποθέσεις που διατύπωναν οι νέοι επιστήμονες σχετικά με τη δομή και τη λειτουργία αυτών των αντικειμένων.
3. Μεθοδολογικά, η επιστημονική διερεύνηση της φυσικής πραγματικότητας μπορεί να παρομοιαστεί με την εξερεύνηση και τη χαρτογράφηση μιας εντελώς άγνωστης ηπείρου. Πρόκειται για ένα είδος έρευνας που γίνεται πάντα «εκ των ενόντων»: δηλαδή σύμφωνα με τα διαθέσιμα κάθε εποχή γνωστικά και τεχνικά εργαλεία, τα οποία και χρησιμοποιούνται χωρίς προδιαγεγραμμένους κανόνες ή προσδοκίες.
4. Εξάλλου, οι πρώτοι μεγάλοι φυσικοί επιστήμονες -από τον Κέπλερ και τον Γαλιλαίο μέχρι τον Νεύτωνα- επιδεικνύουν μια εντελώς άγνωστη, κατά τον Μεσαίωνα, μεθοδολογική ελευθερία και έναν πρωτοφανή γνωστικό καιροσκοπισμό, που τους οδήγησαν σταδιακά στη διαμόρφωση της νέας φυσικομαθηματικής περιγραφής των γήινων και των αστρονομικών φυσικών φαινομένων.
Πάντως, οι σύγχρονοι ιστορικοί της επιστήμης θεωρούν πλέον βέβαιο ότι, εκτός από αυτές τις αποφασιστικές επιστημολογικές καινοτομίες, που αναδύθηκαν κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα, θα ήταν μάλλον δύσκολο -αν όχι εντελώς ανέφικτο- να διακρίνει κανείς τα αμιγώς επιστημονικά επιτεύγματα από τις μαγικές-υπερφυσικές προϋποθέσεις τους. Και οι πιο σημαντικές ιστορικές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι στη σκέψη των πρωτεργατών της Μεγάλης Επιστημονικής Επανάστασης συνυπήρχαν, λίγο-πολύ αρμονικά, οι πιο ριζοσπαστικές φυσικές κοσμοθεωρίες με τις πιο σκοταδιστικές ερμητικές δοξασίες.
…στη «σκοταδιστική» αναγέννηση της μαγείας
Αναμφίβολα, εκείνη την εποχή, τόσο η πανάρχαια μαγική σκέψη όσο και η νεωτερική επιστήμη αποτελούν δύο συμπληρωματικές γνωστικές προσεγγίσεις, δύο αλληλοτροφοδοτούμενες τεχνικές για τον έλεγχο της Φύσης (και των ανθρώπων). Στις απαρχές των «Νέων Χρόνων», το επιτακτικό ζήτημα της διευθέτησης των αμοιβαίων αλληλεπιδράσεων και της αρμονικής συνύπαρξης μεταξύ των μαγικών και των επιστημονικών προσεγγίσεων βρισκόταν στο επίκεντρο των αναζητήσεων πολλών πρωτοπόρων ερευνητών και φυσικών φιλοσόφων. Και η διαχρονική παρουσία και γοητεία της μαγικής σκέψης, που προέρχεται και τροφοδοτείται από τη βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπινου νου για απόλυτες βεβαιότητες και αλήθειες, δεν άφησε ανεπηρέαστους πολλούς πρωταγωνιστές της νεότερης επιστήμης.
Για παράδειγμα, κάθε σύγχρονη ιστορική ανασυγκρότηση της επιστημονικής επανάστασης διαπιστώνει τη συνύπαρξη ενός περίεργου «μίγματος» επιστημονικού αποκρυφισμού στο πρωτοποριακό έργο του Φράνσις Μπέικον, του νεαρού Ρενέ Ντεκάρτ, του Γιοχάνες Κέπλερ, του Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς, αλλά και πολλών άλλων. Στο έργο των οποίων βρίσκει κανείς ερμητικές, μαγικές και ανθρωπομορφικές ερμηνείες για τις δήθεν απόκρυφες «δυνάμεις» που δρουν και διαμορφώνουν τη φυσική «αρμονία» των σφαιρών, για τον φυσικό χώρο ως το «αισθητήριο του Θεού». Σκοταδιστικές ιδέες που, όταν δεν εμπνέουν, επιβιώνουν στο νέο «μηχανιστικό μοντέλο» για το Σύμπαν.
Πάντως, μετά τον 18ο αιώνα, ο θρίαμβος και η γνωστική κυριαρχία των μηχανιστικών εξηγήσεων και των αιτιοκρατικών μοντέλων επιστημονικής γνώσης θα σημάνουν την απόρριψη όλων των μέχρι τότε ερμητικών και μαγικών προϋποθέσεων της ανθρώπινης γνώσης και την οριστική διάψευση κάθε ανθρωποκεντρικής και πνευματιστικής ερμηνείας της Φύσης.
Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και σήμερα, επιβιώνουν πολλές μαγικές και αποκρυφιστικές ερμηνείες, για παράδειγμα ένας απίστευτα μεγάλος αριθμός ανθρώπων πιστεύει ότι η διάταξη των ουράνιων σωμάτων κατά τη στιγμή της γέννησης ενός ατόμου καθορίζει αποφασιστικά τον χαρακτήρα και το πεπρωμένο του. Γεγονός πολύ εντυπωσιακό, αν αναλογιστεί κανείς ότι όλες οι τεχνικές κατασκευής ωροσκοπίων, μολονότι μπορεί να βασίζονται σε ακριβείς αριθμητικούς και γεωμετρικούς υπολογισμούς, δεν έχουν την παραμικρή επιστημονική νομιμοποίηση! Δυστυχώς, ύστερα από τρεις χιλιετίες αστρονομικών παρατηρήσεων εξακολουθούμε να αγνοούμε παντελώς το πώς μια πλανητική συζυγία θα μπορούσε να επηρεάζει την πορεία της ζωής μας. Οσο για το γεωκεντρικό μοντέλο, τις αστρικές ή πλανητικές μονόδρομες επιδράσεις, και τον εντελώς αυθαίρετο διαχωρισμό σε μια «ατελή υποσελήνια» και σε μια «τέλεια ουράνια» πραγματικότητα, δηλαδή οι θεωρητικές προκείμενες και προϋποθέσεις κάθε μαγικού αστρολογικού μοντέλου, αποτελούν μόνο τα κατάλοιπα ενός προεπιστημονικού τρόπου σκέψης που, εδώ και τρεις αιώνες, διαψεύδεται καθημερινά από όλες τις σχετικές αστρονομικές παρατηρήσεις.
Εν τούτοις, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, η tv, τα περιοδικά, οι εφημερίδες και το διαδίκτυο φιλοξενούν ωροσκόπια, αστρολογικές προβλέψεις και μαγικές αυτοθεραπείες, που αποτυπώνουν την επίμονη παρουσία και την αξιοσημείωτη διάδοση της μαγικής υποκουλτούρας, στην εποχή της παντοκρατορίας της τεχνοεπιστήμης.
