ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ανοδο για έβδομο συνεχόμενο χρόνο σημείωσαν πέρυσι οι πωλήσεις όπλων παγκοσμίως. Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που δημοσιοποίησε χθες το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνας της Στοκχόλμης για την Ειρήνη (SIPRI), οι πωλήσεις όπλων και στρατιωτικών υπηρεσιών των 100 μεγαλύτερων εταιρειών του κλάδου άγγιξαν πέρυσι τα 592 δισ. δολάρια, σημειώνοντας -σε πραγματικούς όρους- άνοδο 1,9% έναντι του 2020.

Η αμερικανική πολεμική βιομηχανία έχει και τα πρωτεία και τη μερίδα του λέοντος σε πωλήσεις και κέρδη. Οι 40 από τις 100 εταιρείες της λίστας ήταν αμερικανικές με μερίδιο 51% (ή 299 δισ. δολάρια). Ακολούθησαν οι εταιρείες από την Κίνα (μερίδιο 18%) και τη Βρετανία (6,8%), τη Γαλλία (4,9%) και τη Γερμανία, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες είναι αμερικανικές (Lockheed Martin, Raytheon, Boeing, Northrop Grumman, General Dynamics).

Οι ΗΠΑ πάντως ήταν η μόνη χώρα, οι εταιρείες της οποίας είδαν μείωση πωλήσεων σε σύγκριση με το 2020. Αντίθετα οι πωλήσεις των οκτώ μεγαλύτερων κινεζικών εταιρειών αυξήθηκαν κατά 6,3%, στα 109 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι 27 ευρωπαϊκές που περιλαμβάνονται στο Top 100 είδαν αντίστοιχα τις δικές τους να αυξάνονται κατά 4,2% στα 123 δισ. δολάρια.

Το SIPRI υπογραμμίζει ότι ο πόλεμος αυξάνει τη ζήτηση, όμως το πώς ακριβώς θα επηρεαστούν οι παγκόσμιες πωλήσεις όπλων δεν θα ξεκαθαρίσει παρά την επόμενη χρονιά. Θεωρεί πάντως ότι τα προβλήματα στον κλάδο θα ενταθούν, κυρίως επειδή «η Ρωσία είναι και αυτή μεγάλος προμηθευτής πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή όπλων».

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί, τέλος, η παρατήρηση του SIPRI ότι οι εταιρείες επενδύσεων ιδιωτικών κεφαλαίων (private equity) δραστηριοποιούνται όλο και περισσότερο τα τελευταία 3-4 χρόνια στη βιομηχανία όπλων, ειδικά την αμερικανική. Αυτό, όπως λέει, θα μπορούσε να επηρεάσει τη διαφάνεια των δεδομένων για τις πωλήσεις όπλων, λόγω των λιγότερο αυστηρών απαιτήσεων χρηματοοικονομικής πληροφόρησης σε σύγκριση με τις εισηγμένες εταιρείες.

Ωστόσο το πρόβλημα είναι αρκετά μεγαλύτερο, καθώς οι εν λόγω εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα «έχουν μυρίσει αίμα» και μάλιστα πριν από την έλευση της πανδημίας, γι’ αυτό και επενδύουν. Οπου αίμα σημαίνει γι’ αυτές κέρδη από επικείμενη κλιμάκωση των εντάσεων και των συγκρούσεων μεταξύ των χωρών της υφηλίου και το μπαράζ εξοπλισμών που θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τις πωλήσεις της πολεμικής βιομηχανίας. Η ακόμη μεγαλύτερη εμπλοκή του τμήματος αυτού του χρηματοπιστωτικού τομέα – το οποίο θα έσφαζε ακόμη και τη μάνα του προκειμένου να διασφαλίσει την υψηλότερη απόδοση στα κεφάλαιά του- μόνο κακά μπορεί να προμηνύει για την ανθρωπότητα.