Ακόμη πιο ακριβό χρήμα το 2023 -και ενδεχομένως το 2024 και 2025- «υπόσχεται» και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), καθώς θεωρεί μονόδρομο τη συρρίκνωση της ρευστότητας, της ζήτησης και -εν τέλει- της οικονομικής ανάπτυξης της ευρωζώνης για την αντιμετώπιση του επίμονα υψηλού πληθωρισμού.
Στην τελευταία του συνεδρίαση για το 2022, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, αν και χαλάρωσε τον ρυθμό αύξησης των επιτοκίων της σε σχέση με τις δύο τελευταίες, διεμήνυσε ότι οι αυξήσεις θα συνεχιστούν για καιρό ακόμη, ενώ εξήγγειλε παράλληλα τα σχέδια της για την άντληση ρευστότητας από το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Συντασσόμενη πλήρως με τις κινήσεις της αμερικανικής Fed και της Τράπεζας της Αγγλίας, η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια της κατά 0,5% έναντι 0,75% που ήταν οι αυξήσεις τους στις προηγούμενες δύο συνεδριάσεις της. Το επιτόκιο των πράξεων κύριας χρηματοδότησης διαμορφώθηκε έτσι στο 2,5%, της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 2,75% και της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο 2%.
Στη συνέντευξη Τύπου, η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ τόνισε ότι ο τρέχων ανοδικός κύκλος των επιτοκίων έχει δρόμο ακόμη. «Κρίνουμε ότι τα επιτόκια θα πρέπει να αυξηθούν σημαντικά και με σταθερό ρυθμό», είπε, προσθέτοντας ότι «με βάση τις πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας, αυτό προμηνύει μια ακόμη άνοδο 50 μονάδων βάσης στην επόμενη συνάντησή μας και ενδεχομένως στη μεθεπόμενη και ενδεχομένως στη συνέχεια».
Ανοδικά επιτόκια και το 2023
Η συγκεκριμένη δήλωση της Λαγκάρντ συνιστά καθοδήγηση από την ΕΚΤ -προς όσους την ακούν- για το πού θα κατευθυνθούν μελλοντικά τα επιτόκια. Προβλημάτισε κάποιους παρατηρητές καθώς έρχεται σε σύγκρουση με την πάγια θέση της ότι λαμβάνει τις αποφάσεις ανά συνεδρίαση και ανάλογα με τα εκάστοτε δεδομένα. Η Λαγκάρντ είπε ακόμη ότι ο πληθωρισμός -που είχε επιβράδυνση τον Νοέμβριο- ενδέχεται να συνεχίσει να κινείται υψηλότερα από τα επίπεδα που προβλέπει η ΕΚΤ εξαιτίας ενδεχομένης περιόδου υψηλότερων των αναμενόμενων μισθολογικών αυξήσεων και της ενίσχυσης της ζήτησης από τα μέτρα στήριξης των κυβερνήσεων.
Η ΕΚΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 8,4% φέτος, στο 6,3% το 2023, στο 3,4% το 2024 και στο 2,3% το 2025. Οσον αφορά την ανάπτυξη, αναμένει 3,4% φέτος, καθίζηση στο 0,5% το επόμενο έτος, 1,9% το 2024 και 1,8% το 2025. Αποδέχεται το ενδεχόμενο μιας τεχνικής ύφεσης αυτόν τον χειμώνα (αρνητικό ΑΕΠ στο τρέχον και επόμενο τρίμηνο) που όπως λέει θα είναι «σχετικά ρηχή και βραχύβια».
Η ΕΚΤ παρουσίασε χθες και το σχέδιο της για το σταδιακό μάζεμα της ποσοτικής χαλάρωσης. Σύμφωνα με το σχέδιο, από τις αρχές Μαρτίου οι μηνιαίες επανεπενδύσεις τίτλων του Προγράμματος Αγοράς Περιουσιακών Στοιχείων (ΑΡΡ) θα μειωθούν κατά 15 δισεκατομμύρια ευρώ μηνιαίως, ρυθμός που θα επανεξεταστεί τον Ιούλιο. Η κίνηση απορροφά ρευστότητα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα με στόχο την άνοδο του κόστους του μακροπρόθεσμου δανεισμού. Είχε άμεσο αντίκτυπο στους ασθενέστερους δανειολήπτες της ευρωζώνης και όχι μόνο. Η απόδοση των 10ετών ομολόγων της Ιταλίας αυξήθηκε κατά 31 μονάδες βάσης στο 4,19%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη άνοδο από τον Μάρτιο του 2020. Η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου της Γερμανίας χτύπησε το 2,087%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2018. Την ίδια στιγμή τα μεγάλα χρηματιστήρια της ευρωζώνης (Φρανκφούρτη, Παρίσι, Μιλάνο) υποχώρησαν πάνω από 3%.
Ας σημειωθεί ότι ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν είχε υποστηρίξει μικρότερες αυξήσεις στα επιτόκια. Εναντίον του φέρεται ότι αντιτάχθηκε ανοιχτά η Γερμανίδα Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ. Εικάζεται ότι έγινε χαμός.
