Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ιλιάς, Ραψωδία Ε` στ. 418-688.

Η Αθηνά είπε: «Πατέρα Δία, σεβαστέ, κάτι θα πω σε όλους, να μάθετε πως μάτωσε στο χέρι η Αφροδίτη. Όπως αυτή ξελόγιασε την όμορφη Ελένη και άφησε τον άντρα της και πήγε με τον Πάρη, έτσι κάποια Αργίτισσα ξελόγιασε και τώρα να αφήσει τους οικείους της και στους εχθρούς να πάει. Και όπως την ξελόγιαζε με χάδια και κανάκια τραυμάτισε το χέρι της με μια χρυσή περόνη».

Ο Δίας που ήξερε ότι η Αθηνά είχε παροτρύνει τον Διομήδη να τραυματίσει την Αφροδίτη, τσιμογέλασε με το ψέμα της Αθηνάς και μίλησε στην Αφροδίτη.

« Κόρη καλή Αφροδίτη μου, χρυσή μου θυγατέρα, στον πόλεμο τι ήθελες που έχει τόση βία; Δεν είναι ο πόλεμος δουλειά για σένα θυγατέρα. Εσύ μονάχα φρόντιζε αγάπη να μοιράζεις, τους γάμους και τους έρωτες να δίνεις στους ανθρώπους. Για τους πολέμους νοιάζονται η Αθηνά κι ο Άρης, παιδιά μου είναι και αυτοί, που ξέρουνε για μάχες ενώ εσύ είσαι θεά της μάχης των ερώτων».

Στο πεδίο της μάχης ο Διομήδης ήθελε να πλησιάσει τον Αινεία για να του αφαιρέσει τη ζωή και τα περίφημα όπλα του αν και γνώριζε ότι τον προστατεύει ο Απόλλων. Ήταν τόση η επιθυμία του να πάρει τα όπλα που δεν είχε φόβο θεού. Τρεις φορές όρμησε στον Αινεία και τρεις φορές τον απέκρουσε ο Απόλλων. Την τέταρτη φορά του μίλησε με βροντώδη φωνή ο θυμωμένος Απόλλων:

«Ε! Διομήδη σκέψου το και μην αποτολμήσεις με τους ανίκητους θεούς να θέλεις να παλέψεις. Εσύ στο χώμα περπατάς και οι θεοί στα ύψη. Πρόσεξε μη με μάχεσαι γιατί διαπράττεις Ύβριν». Λίγο οπισθοχώρησε ο μέγας Διομήδης γιατί κατάλαβε καλά του Απόλλωνα τα λόγια.

Ο Φοίβος πήγε στο ναό που είχε στο Πέργαμον και άφησε εκεί τον Αινεία προστατευμένο. Η μητέρα του Λητώ και η αδελφή του Άρτεμις πήραν τον Αινεία στο Άδυτο του ναού και φρόντισαν τα τραύματα του. Ο Απόλλων έφτιαξε ένα ομοίωμα του Αινεία, ίδιο και απαράλλακτο, ακόμα και στα όπλα το ακούμπησε, ίδια ζωντανό, στον στίβο της μάχης. Γύρω του πολεμούσαν με πάθος Αχαιοί και Τρώες.

Ο Απόλλων μίλησε στον Άρη: « Άρη, ω! Άρη αδελφέ που τρέφεσαι απ` τις μάχες κι έχεις τον πόλεμο σκοπό και των θνητών το αίμα! Φρόντισε σε παρακαλώ γι` αυτόν τον Διομήδη, τον ασεβή που λάβωσε την Κύπριδα αδελφή μας και τόλμησε και όρμησε και μένα να κτυπήσει. Μήπως αν τον αφήσουμε τον Δία θα προσβάλλει;».

Ο Απόλλων μετά επέστρεψε στον λαμπρό ναό του στο Πέργαμον, ενώ ο Άρης μέσα στη φωτιά της μάχης έδινε κουράγιο στους Τρώες. Είχε πάρει την μορφή του γενναίου Ακάμαντα του αρχηγού των Θρακών. Απευθύνθηκε στους γιούς του Πριάμου και τους είπε: « Ως πότε θα αφήνεται τους Αχαιούς να αποδεκατίζουν το στράτευμα σας; Μήπως όταν φτάσουν στα θεϊκά τείχη της πόλης σας; Ίσως τότε να είναι πολύ αργά. Βλέπεται ο Αινείας που τον λογαριάζατε όπως τον Έκτορα, κείτεται τραυματισμένος μπροστά σας. Ξυπνήστε, αντιδράστε, δεν έχετε χρόνο. Πρέπει να γλυτώσουμε τη ζωή του Αινεία». Οι Τρώες αναθάρρησαν ακούγοντας τα λόγια του Απόλλωνα.

Ο Σαρπηδών μίλησε με οργή στον Έκτορα:

« Που πήγε το κουράγιο σου και οι στρατηγικές σου; Εσύ καυχιόσουν πως μπορείς την Τροία να κρατήσεις μόνο με τις δυνάμεις σου και δίχως τους συμμάχους. Που είναι οι γενναίοι σου ; Ζαρώσανε από φόβο, όπως τα δυνατά σκυλιά σαν βλέπουν ένα λιόντα; Και πολεμάμε Έκτορα εμείς οι σύμμαχοι σου, όπως εγώ που έφτασα με το στρατό κινώντας απ` την σπουδαία χώρα μου τη μακρινή Λυκία, δίπλα στον Ξάνθο ποταμό με τους πολλούς μαιάνδρους. Έκτορα άφησα εκεί γυναίκα και παιδάκι, πλούτη και βιος και αγαθά, να φτάσω εδώ στην Τροία, σε σένα να παρασταθώ και στα στρατεύματα σου. Και φαίνεται ω! Έκτορα εμείς να πολεμάμε με περισσότερη ορμή απ` όσο εσείς οι Τρώες. Έτσι να ξέρεις αρχηγέ ότι θα έρθει η νίκη των Αχαιών που πολεμούν με πάθος και ανδρεία. Σύντομα θα σας πάρουνε τα αγαθά σας όλα, το κάστρο και την πόλη σας και τις συντρόφισσες σας».

Ό Έκτορας προσβλήθηκε απ` τις βαριές κουβέντες που του `πε ο συναρχηγός ο μέγας Σαρπηδόνας. Πήδηξε από τ` αμάξι του μ` όλα τα άρματα του. Σαν σίφουνας ξεχύθηκε πάλλοντας τα κοντάρια και ούρλιαζε στο στράτευμα στον πόλεμο να σπεύσει. Αμέσως παρατάχτηκαν με θάρρος για τη μάχη κι οι Αχαιοί απέναντι περίμεναν την ώρα στη μάχη να ορμήσουνε να πάρουνε το κάστρο. Σαν του ανέμου τις πνοές που τ` άχυρα λιχνίζει, στα αλώνια μας τα άγια κι αμέσως ξεχωρίζει το στάρι από το άχυρο που η θεά ορίζει, η Δήμητρα η μέγιστη της γης η στυλοβάτρα. Όπως τριγύρω ασπρίζει η γη όταν λιχνίζει αγρότης έτσι ασπρίσανε οι Δαναοί απ` την πολλή τη σκόνη που σήκωσε η ομαδική η κίνηση των Τρώων. Στον ουρανό σηκώθηκε η σκόνη από τα πόδια των οπλιτών και των γοργών των τρωικών αλόγων. Η μάχη φούντωσε πολύ κι ο Άρης εμψυχώνει τους Τρώες να νικήσουνε την πόλη τους να σώσουν.

Ο Απόλλων βγάζει απ` τ` Άδυτο τον θεϊκό Αινεία, τον ξανακάνει δυνατό, στον πόλεμο τον πάει. Οι Τρώες χάρηκαν πολύ και πήρανε κουράγιο που είδαν να `ναι ζωντανός και δυνατός σαν νέος. Κανείς τους δεν τον ρώτησε γιατί καιρό δεν είχαν, στου πόλεμου την ένταση και στη φωτιά της μάχης.

Οι Αχαιοί μάχονται σαν θεριά παίρνοντας κουράγιο από τους ασταμάτητους αρχηγούς τους, τον Οδυσσέα, τους δυο Αίαντες και τον Διομήδη. Όλοι αψηφούσαν τους δυνατούς Τρώες και τις επιθέσεις τους. Ο Αγαμέμνων με το κοντάρι σημαδεύει τον Δηκόωντα τον γιο του Πέργασου. Το βαρύ ακόντιο του Ατρείδη πέρασε πέρα για πέρα την ασπίδα του άμοιρου Περγασίδη και έιχε τόση ορμή που διαπέρασε σχεδόν το μαλακό του υπογέστριο. Έπεσε νεκρός στη γη και τα άρματα του βρόντηξαν αποχαιρετώντας τον γενναίο τους κάτοχο. Ο Αινείας σκότωσε τον Κρήθωνα και τον Ορτίλοχο τα ηρωικά δίδυμα τέκνα του Διοκλή που ήταν πάμπλουτος και ζούσε στην Φαρή, κοντά στον Αλφειό. Ο Μενέλαος κινήθηκε εναντίον του Αινεία που σκότωσε τα δίδυμα παλληκάρια. Ο Αντίλοχος Νεστορίδης έσπευσε να συνδράμει τον Μενέλαο. Ο Αινείας βλέποντας τους δυο αποφασισμένους άντρες να παραδίδουν τα πτώματα των διδύμων στους Αχαιούς και αμέσως να ετοιμάζονται να του ορμήσουν έκανε πίσω. Ο Μενέλαος σκότωσε τον Πυλαομένη τον αρχηγό των Παφλαγόνων, που μάχονταν σαν τον Άρη. Ο Αντίλοχος ο γιος του Πριάμου με το σπαθί του έκοψε το νήμα της ζωής του Μύδωνα Ατυμνιάδη που ήταν πάνω στο άρμα του και μαχόταν με μεγάλη γενναιότητα. Ο Αντίλοχος πήρε τα άλογα και τα παρέδωσε στους Αργείους. Ο Έκτωρ αντιλήφθηκε τον θάνατο του Μύδωνα και όρμησε σαν σίφουνας με την στήριξη του Άρη και της Ενυούς της θεάς του τρόμου. Τόσο ορμητικοί ήταν που ακόμα και ο ατρόμητος Διομήδης τρόμαξε και στάθηκε για λίγο όπως ο δρομέας που σταματά μπροστά σε ορμητικό ποτάμι. Είπε στους συντρόφους του.

« Φίλοι μου μη θαυμάζετε τον Έκτορα τον μέγα. Θεός του παραστέκεται και μοιάζει σαν λιοντάρι και μάχεται σαν χάλκινος και άφοβος να είναι. Πετάει το ακόντιο εκεί ακριβώς που θέλει και πάντα τον αντίπαλο στέλνει στον Κάτω Κόσμο. Να! δείτε δίπλα του θεός ο Άρης του πολέμου, στέκεται και τον βοηθά να είναι πάντα πρώτος».

Οι Τρώες ασυγκράτητοι βρέθηκαν μπροστά στους Αχαιούς. Ο Έκτορας μόνο με την ορμή που είχε σκότωσε στη στιγμή δυο γενναίους μαχητές τον Μενέσθη και τον Αγχίαλο που ήταν μέσα σ` ένα άρμα. Ό Αίας ο Τελαμώνιος σκότωσε με το κοντάρι του τον Άμφιο τον γιο του Σέλαγου τον μέγα κοπαδιάρη και μέγα κτηματία από την Απαισό. Τα άφησε τα πλούτη του και ήλθε στην Τροία να συμπαρασταθεί στον πόλεμο αλλά τώρα μόλις ο Αίας με το κοντάρι του τον έστειλε στον Άδη. Ο Αίας δεχόμενος βροχή από κοντάρια λαφυραγώγησε τον νεκρό και έσπευσε να φυλαχτεί γιατί οι Τρώες τον έζωναν σαν πυρκαγιά. Ο Τληπόλεμος Ηρακλείδης, εγγονός του Δία, έρχεται αντιμέτωπος, όπως θέλησε η ανίκητη μοίρα, στον βασιλιά Σαρπηδόνα τον γιο του Δία. Ο Τληπόλεμος λέει στον Σαρπηδόνα: « Ποια ανάγκη βασιλιά της Λυκίας Σαρπηδόνα σε έφερε στον πόλεμο αυτόν τον αντροφονιά; Είσαι αλήθεια γιος του Δία; Εγώ κάτεχε το, είμαι γιος του Ηρακλή και δε γνωρίζω φόβο. Ο πατέρας μου με έξι μόνο πλοία και λίγους συντρόφους είχε έλθει εδώ και άλωσε το κάστρο του Λαομέδοντα του βασιλιά της Τροίας και πήρε τα περήφανα καθαρόαιμα ξακουσμένα άλογα του.

Κακή μοίρα σε έφερε εδώ ω! Σαρπηδόνα γιατί σε λίγο άκλαφτο στον Άδη θα σε πέψω.»

« Αλήθεια λες Τληπόλεμε πως πάτησε την Τροία ο κύρης σου ο Ηρακλής γνωστός παντού στον κόσμο. Μα για αυτήν την συμφορά ο Λαομέδων φταίει που τ` άλογα αρνήθηκε στον Ηρακλή να δώσει όπως του είχε υποσχεθεί και λόγο δεν εκράτει. Τληπόλεμε μη βιάζεσαι στον τάφο να με στείλεις γιατί εσένα πρώτα εγώ στον Άδη θα σε πέψω».

Αυτά τα λόγια αντάλλαξαν τα δύο παλληκάρια μα για τον ένα έμελε νάταν τα τελευταία. Την ίδια ώρα και στιγμή πέταξαν τα κοντάρια. Το ένα βρήκε το λαιμό του ξακουσμένου νέου του άμοιρου Τληπόλεμου και κάτω τον ξαπλώνει χωρίς πνοή, χωρίς μιλιά χωρίς επαίνων λόγια. Όμως και ο Τληπόλεμος με το μακρύ κοντάρι τον Σαρπηδόνα πέτυχε στ` αριστερό του πόδι και χώθηκε εις τον μηρό βαθιά πολύ με φόρα μα ο Δίας ο πατέρας του, του γλύτωσε τη ζήση. Οι σύντροφοι του οι καλοί κι αρχοντογεννημένοι τον Σαρπηδόνα τράβηξαν έξω από τη μάχη μα το κοντάρι το βαρύ δεν τράβηξε κανένας από τ` αριστερό μερί του μέγα Σαρπηδόνα.

Οι Αργίτες τον Τληπόλεμο τραβούσανε να βγάλουν έξω από τον πόλεμο οι εχθροί να μην τον γδύσουν και να του πάρουν τ` άρματα και τα ωραία ρούχα.

Ο Οδυσσέας είδε όλα αυτά με το πτώμα του Τληπόλεμου και ταράχτηκε, πόνεσε η ψυχή του. Σκέφτηκε να ορμήσει και να σκοτώσει τον Σαρπηδόνα και όσους μπορούσε από τους Λυκίους αλλά δεν ήταν γραφτό να πέσει ο Σαρπηδόνας από τον Οδυσσέα. Η Αθηνά που παραστέκει πάντα στον Οδυσσέα του έβαλε την ιδέα να στραφεί στον στρατό του Σαρπηδόνα και να βγάλει το άχτι του.

Σαν άνεμος ξεχύθηκε πέρασε τους προμάχους και στους Αργίτες έτρεχε να τους κατατροπώσει φορώντας το πανέμορφο αστραποβόλο κράνος. Ο Σαρπηδόνας χάρηκε τον Έκτορα σαν είδε σαν από μηχανή θεός φάνηκε αυτήν την ώρα.

Είπε στον Έκτορα: « Γιε του Πριάμου σώσε με κανένα μην αφήσεις τώρα που είμαι ανήμπορος να ρθουν να με σκοτώσουν και να μου πάρουν τ` άρματα και τα ωραία ρούχα. Βοήθα σύντροφε Έκτορα λάφυρο να μην γίνω, καλύτερα στο κάστρο σας να πέσω να πεθάνω, παρά σ` εχθρούς φανατικούς κούρσεμα εγώ να γίνω. Μάλλον δεν ήτανε γραφτό σπίτι μου να γυρίσω χαρά να δώσω εγώ στο γιο και στην καλή κυρά μου».

ἣ μὲν ἔχουσα Κυδοιμὸν ἀναιδέα δηϊοτῆτος,

Ἄρης δ’ ἐν παλάμῃσι πελώριον ἔγχος ἐνώμα, στ. 593-594.

Έφτανε η οχλοβοή του αναιδέστατου πολέμου

μαζί με τον Άρη που κουνούσε ένα πελώριο κοντάρι στο χέρι του.

Ο Κυδοιμός, θεός του αλαλαγμού, του τρόμου, της οχλοβοής στις μάχες.

Τληπόλεμον δ’ Ἡρακλεΐδην ἠΰν τε μέγαν τε

ὦρσεν ἐπ’ ἀντιθέῳ Σαρπηδόνι μοῖρα κραταιή. στ. 628- 629.

Τον Τληπόλεμο, το γιο του Ηρακλή τον ανδρείο, τον μέγα,

έσπρωξε η Μοίρα η ανίκητη στον Σαρπηδόνα πάνω.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Αφιερωμένο στον φίλο Γιάννη Ξενίδη.