Σουρούπωνε, όταν επέστρεφα από τον απογευματινό περίπατο. Είχα κάνει την περιμετρική διαδρομή κάτω από τα βόρεια τείχη του κάστρου. Απ’ τη μια μεριά τα τείχη, οι πολεμίστρες, οι επάλξεις –όλα επισκευάζονται, συντηρούνται συστηματικά τα τελευταία χρόνια από την εφορεία αρχαιοτήτων– κι από την άλλη η θάλασσα. Φχαριστιέσαι το περπάτημα, όταν σε συνοδεύει ο ήχος των κυμάτων, αλλά κι η σκιά της Ιστορίας του τόπου. Πού να το φαντάζονταν οι κτήτορες ότι μετά από αιώνες, αντί για πολεμιστές, στη θέση τους θα ήταν περιπατητές για αναψυχή!
Φτάνοντας στον παραθαλάσσιο δρόμο, βλέπω μια ομάδα μικρών παιδιών να περνά βιαστικά τον δρόμο και να συγκεντρώνονται απ’ την πλευρά της θάλασσας· με τη φροντίδα δύο ενηλίκων. Μαζεύτηκαν στο πλακόστρωτο, στη μέση του οποίου υπάρχει το άγαλμα της Μικρασιάτισσας μάνας. Μια γυναίκα με δυο παιδιά που κρατιούνται απ’ τη φούστα της κι άλλο ένα μικρότερο στην αγκαλιά της. Αποτυπώνει τις χιλιάδες γυναίκες που έφτασαν στο νησί, στην Ελλάδα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μόνες τους, απροστάτευτες, γιατί οι άντρες, πατέρας, αδέρφια, σύζυγος, χάθηκαν για πάντα στη μεγάλη Καταστροφή, πριν από 100 χρόνια. Αυτές οι γυναίκες-μάνες αντικατέστησαν τους άντρες της οικογένειας.
Τούτα, τα σημερινά παιδιά είχαν μόλις σχολάσει απ’ τις απογευματινές τάξεις εκπαίδευσης παιδιών προσφύγων. Τι συμβολισμός! Προσφυγόπουλα του 2022 κάθονται γύρω απ’ τη μάνα πρόσφυγα του 1922. Στην Επάνω Σκάλα, σε μια τοποθεσία όπου βγήκαν πρόσφυγες το ’22, έστησαν σε παράγκες το νοικοκυριό και τα μαγαζιά τους. Στα σχολειά της γειτονιάς πήγαν σχολειό τα παιδιά τους. Πέρασαν τα χρόνια, ορθοπόδησαν, συνέχισαν τη ζωή στη νέα γης, που έγινε πατρίδα τους. Στο γύρισμα του αιώνα η θάλασσα έβγαλε νέες μανάδες, νέα παιδιά.
Κοντοστέκομαι· τα βλέπω να παίζουν, τρέχουν τριγύρω από το άγαλμα, κρύβονται πίσω του, το ένα πειράζει το άλλο. Στις πλάτες τους η σχολική τσάντα. Άραγες, τι να έμαθαν σήμερα; Πώς τους φαίνεται η ελληνική γλώσσα; Τι όνειρα έχουν για το αύριο, τι θέλουν να κάνουν, πού να πάνε; Τώρα που πλησιάζουν οι γιορτές τι εύχονται, τι περιμένουν να τους φέρει ο καινούργιος χρόνος, ο Άη Βασίλης;
Σα να βλέπω κάποιο παιδί να κρατιέται απ’ τη φούστα της μάνας του αγάλματος, να πιάνει απ’ το χέρι το άλλο προσφυγόπουλο –το εκατοχρονίτικο μπρούτζινο– να το τραβά να παίξουν μαζί· να του πει πώς περνούσε πριν από 100 χρόνια, τότε που ήρθε σε τούτη την ακρογιαλιά. Να πάρει κουράγιο απ’ αυτά που έζησε και πέρασε. Αλλά κι η μάνα νιώθω να σκύβει, να ρίχνει τη ματιά της σε τούτα, τα νέα προσφυγόπουλα. Τους μιλά μ’ αγάπη, στοργικά· είναι μάνα ολωνών.
* συγγραφέας, διδάκτωρ Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
