Ιλιάς, Ζ`2, 119 – 529.
Ο Γλαύκος ο γιος του Ιππολόχου, μέσα στην αντάρα της μάχης βρέθηκε απέναντι στον ατρόμητο Διομήδη τον γιο του Τυδέα. Μίλησε ο Διομήδης:
« Ποιος είσαι νέε θαυμαστέ, άξιο παλληκάρι; Δεν έτυχε να σε ιδώ σε μάχες να παλεύεις. Και τώρα με το θάρρος σου όλους τους υπερβαίνεις που τόλμησες να στέκεσαι με τόλμη απέναντι μου! Με τέτοιο θράσος νέε μου η σκέψη μου σαστίζει! Μην είσαι αθάνατος θεός γιατί καλά να ξέρεις μ` άλλους θεούς δεν μάχομαι, το `κανα με τον Άρη και σοβαρά τον έπληξα και γύρισε στον Δία να του γιατρέψει την πληγή απ` το δικό μου δόρυ. Τραυμάτισα και τη θεά του Έρωτα Αφροδίτη και πέταξε και έφυγε στα Ολύμπια παλάτια. Αν είσαι νέε μου θεός μαζί σου δεν τα βάζω. Όσο και να `μαι δυνατός άλλον θεό δεν θέλω στη μάχη να `χω αντίπαλο. Ο γιος του μέγα Δρύαντα ο φοβερός Λυκούργος με τους θεούς τα έβαλε κι έχασε τη ζωή του. Πείραξε και ενόχλησε τις κοπελιές του Βάκχου στις πάναγνες τους τελετές στα ιερά τους όρη, με βούκεντρα τις κέντριζε και τις γιορτές χαλούσε. Στα βάθη του Ωκεανού τον πέταξε ο Βάκχος, ο μανιακός Διόνυσος για να τον τιμωρήσει. Η Θέτιδα τον έσωσε κι ας ήτανε κακούργος. Όμως οι μάκαρες θεοί μ` αυτόν πολύ θυμώσαν κι ο Δίας τον ετύφλωσε, του στέρησε το φως του. Γι αυτό δεν θέλω πόλεμο με άλλους Ολυμπίους. Αν όμως νέε μου καλέ είσαι θνητός στο λέω ότι εσύ τον θάνατο θα βρεις από εμένα. Ο νέος με ευγένεια είπε στον Διομήδη:
« Ρώτησες από πού κρατώ και ποια είν` η γενιά μου. Μα οι ανθρώπινες γενιές, γενναίε Διομήδη, μοιάζουν σαν φύλλα στα κλαδιά που πέφτουν όλα κάτω και τα σκορπούν οι άνεμοι εδώ, εκεί και πέρα. Σαν φτάσει πάλι η Άνοιξη τα φύλλα ξαναβγαίνουν μέχρι που το φθινόπωρο κάτω ξανά θα πέσουν. Σαν φύλλα είναι κι οι θνητοί κι εγώ στα φύλλα μοιάζω, άλλα τώρα φυτρώνουνε και άλλα πέφτουν κάτω. Και η δοξασμένη μου γενιά κι αυτή στα φύλλα μοιάζει
Αλλά ανίκητε Διομήδη που τόλμησες και κτύπησες και τον θεό του πολέμου Άρη, μάθε πως και η δική μου γενιά είναι σπουδαία, μεγάλη και κοσμοξακουστή. Από την πόλη Έφυρα σέρνει η σογιά μας και από τον γνωστό σε όλους Σίσυφο τον γιο του Αιόλου και πατέρα του Γλαύκου του οποίου το όνομα έχω εγώ που σου μιλώ. Ο Γλαύκος ήταν πατέρας του ασύγκριτου Βελλερεφόντη που οι θεοί τον προίκισαν με άφταστη γενναιότητα χάρη και κάλλος. Ο Προίτος όμως τον εξόρισε από την Έφυρα όταν η γυναίκα του Άντεια έδειξε την ερωτική της έλξη προς τον πανέμορφο Βελλερεφόντη ο οποίος δεν ανταποκρίθηκε στον επίμονο ερωτικό της πόθο. Η Άντεια διέβαλε τον Βελλερεφόντη στον άντρα της, βασιλιά Προίτο. Τον εξόρισε πολύ μακριά, στην Λυκία, με δολερό κλειστό μήνυμα προς τον βασιλιά της Λυκίας να σκοτώσει τον Βελλερεφόντη. Πριν διαβάσει το μήνυμα ο βασιλιάς της Λυκίας φιλοξένισε τον νέο με όλους τους κανόνες της φιλοξενίας όπως τους όρισε από τα πανάρχαια χρόνια ο Ξένιος Ζευς. Εννέα μέρες άψογης φιλοξενίας και εννέα μοσχάρια σφάχτηκαν για να τιμηθεί ο ξένος. Την δέκατη μέρα ο Βελλερεφόντης παρέδωσε τα διαπιστευτήρια του στον βασιλιά της Λυκίας. Όταν είδε τα γραμμένα βάλθηκε να αφανίσει το νέο και του ανέθεσε να σκοτώσει την δαιμονική, ανίκητη Χίμαιρα. Το γένος αυτού του αποτρόπαιου θεριού ήταν θεϊκό και η μορφή της μικτή: δράκος πίσω, λιοντάρι εμπρός και στην μέση άγρια αίγα,
κι είχε στα σωθικά φωτιά και φλόγες στην ανάσα. Όμως νικητής ήταν ο νέος και σκότωσε την φοβερή Χίμαιρα που σκορπούσε τον τρόμο στην Λυκία. Ακολούθησαν δυσκολότερες δοκιμασίες και άθλοι για τον θεϊκό Βελλερεφόντη: Νίκησε τους δοξασμένους Σολύμους και μετά τις ανίκητες Αμαζόνες. Ο βασιλιάς δεν έβρισκε λύση για να εξολοθρεύσει τον ανίκητο νέο και του έστησε παγίδα σε δύσκολο τόπο που φύλαγαν οι πιο γενναίοι πολεμιστές της Λυκίας. Όμως κανείς του δεν επέστρεψε γιατί τους σκότωσε όλους ο ατρόμητος ήρωας. Μετά απ` αυτό όλοι κατάλαβαν, και πρώτος ο βασιλιάς της Λυκίας, ότι ο νέος είναι από θεϊκή γενιά και όλοι οι θεοί τον προστατεύουν. Τον πάντρεψε με την κόρη του και τον προίκισαν με εξαιρετικά δώρα και εύφορη γη στις καρπερές όχθες του ποταμού Ξάνθου που πλούτιζε με τις ροές του την χώρα της Λυκίας. Απέκτησε τρία παιδιά: Τον Ίσσανδρο, τον Ιππόλοχο και την πανέμορφη Λαοδάμεια με την οποία ο Δίας απέκτησε τον ισόθεο Σαρπηδόνα. Εγώ που στέκομαι μπροστά σου ατρόμητε Διομήδη είμαι γιος του Ιππολόχου και εγγονός του Βελλερεφόντη. Ο πατέρας μου με έστειλε εδώ να πολεμήσω στο πλευρό των συμμάχων μας των Τρώων. Μου παράγγειλε να φανώ αντάξιος της γενιάς μας, να μη δειλιάσω ποτέ και να έχω υψηλό φρόνημα».
Ο Διομήδης χάρηκε και θαύμασε τα λόγια την χάρη, την ευγένεια του νεαρού του Γλαύκου. Κάρφωσε το κοντάρι του στη γη, τη μάνα όλων, σημάδι πως δεν θέλει αυτός τον Γλαύκο να σκοτώσει. « Μάθε γενναίε νεαρέ πως μια φιλιά μας δένει, μεγάλη κι ανεξίτηλη και πολυδοξασμένη. Τον τιμημένο σου παππού θείον Βελλερεφόντη ο Οινεύς εφιλοξένησεν είκοσι μερονύχτια. Σπουδαία δώρα χάρισε ο ένας εις τον άλλον,
ο Οινεύς μια ζώνη πορφυρή και ο πάππος σου μια κούπα ολόχρυση του χάρισε. Βρίσκεται στο παλάτι μας όπως καλά θυμάμαι. Φίλοι λοιπόν ας γίνουμε Γλαύκε μου τιμημένε και ας αλλάξουμε κι εμείς δώρα αγαπημένα ενθύμια που δένουνε για πάντα την φιλία. Το άχτι μου θα βγάλω εγώ σε άλλους Τρωαδίτες και συ το ίδιο μ` Αχαιούς να πράξεις για το χρέος, που έχουμε στον πόλεμο να είμαστε γενναίοι. Τα όπλα μας ν` αλλάξουμε, πράξη τρανής φιλίας, ισόβιας υπόσχεσης ποτέ μην κτυπηθούμε».
Πήδηξαν από τ` άρματα στη γη με βρόντο μέγα που κάνανε τα όπλα τους που ταρακουνηθήκαν. Δώσαν υπόσχεση ιερή παντοτινής φιλίας και χειραψία κάνανε να την κατοχυρώσουν. Στα δώρα που αλλάξανε ο Γλαύκος ο γενναίος πρόσφερε όπλα ολόχρυσα που αξίζαν όσο κάνουν βόδια ενενήντα ολόπαχα για να δεθεί η φιλία. Ο Διομήδης πρόσφερε κι αυτός δικά του όπλα που όμως ήταν χάλκινα κι αξίζαν εννιά βόδια. Λένε πως θόλωσε τον νου του Γλαύκου ο μέγας Δίας μα στην αλήθεια ο νεαρός έδεσε μια φιλία.
Εν τω μεταξύ ο Έκτορας έφτασε στις Σκαιές πύλες και μπήκε στην Τροία. Οι γυναίκες τον κύκλωσαν ρωτώντας με αγωνία για τους γιους, τ` αδέλφια, τους συγγενείς και τους άνδρες τους. Ο Έκτωρ έφτασε γρήγορα στο πολυτελές ανάκτορο του πατέρα του Πρίαμου με τα πενήντα δωμάτια και τους κοιτώνες για την μεγάλη οικογένεια του Πριάμου με τα πολλά παιδιά και τις πολλές γυναίκες. Στην άλλη άκρη της αυλής του ωραίου ανακτόρου υπήρχαν δώδεκα πολυτελή δωμάτια των κορών και των γαμπρών του Πριάμου. Εκεί συνάντησε την μητέρα του Εκάβη. Εκείνη του έπιασε με μητρική τρυφερότητα τα δυο του χέρια και του είπε:
« Γιε μου πανάξιε αρχηγέ όλων των στρατευμάτων πως βρέθηκες εδώ εσύ, πως άφησες τη μάχη; Αυτοί οι θεοκατάρατοι οι Αχαιοί μας κλείσαν, σαν τα θηρία στο κλουβί, μέσα στα θεία τείχη. Έρχεσαι να προσευχηθείς στον Δία τον αφέντη; Μείνε για λίγο κούρε μου γλυκό κρασί να φέρω σπονδή να κάνεις του Διός και να γευτείς και λίγο την πίκρα από το στόμα σου εσύ να αποδιώξεις και όλες τις δυνάμεις σου εσύ να τις τονώσεις».
Ο Έκτορας αρνήθηκε την προσφορά της μητέρας του λέγοντας της ότι θα τον παραλύσει αυτή τη δύσκολη ώρα το γλυκό κρασί. Προσφορά και σπονδή στον Δία δεν θέλω να κάνω χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία και καθαρά, πεντακάθαρα ρούχα. Όπως βλέπεις καλή μου μητέρα έχω παντού χώματα και αίματα. Εσύ με τις άλλες γερόντισσες να πάτε στον Ναό της Αθηνάς με τους ωραιότερους υφαντούς πέπλους σου και τα δυνατά αρώματα σου να δεηθείτε στο διηπετές παλλάδιον της Αθηνάς της πάνσοφης κόρης του Διός. Τον καλύτερο πέπλο, τον πιο μεγάλο, τον πιο πολύτιμο που έχεις στα ανάκτορα να απιθώσεις στα γόνατα του θαυματουργού αγάλματος της ομορφοκτενισμένης Παλλάδας. Να της υποσχεθείς ότι θα της προσφέρεις θυσία από δώδεκα χρονιάρες μοσχαροπούλες. Ίσως συγκινηθεί η θεά και κρατήσει το χέρι του αδίστακτου Διομήδη. Πρέπει η θεά να μην αφήσει τους εχθρούς να πάρουν την πόλη μας και να βεβηλώσουν τα ιερά και τα όσια. Να βοηθήσει να σωθούν τα παιδιά και οι κόρες μας. Δεήσου, ικέτεψε να μη μπουν στην πόλη οι οχτροί.
Μητέρα σε παρακαλώ κάνε αυτά που σου `πα κι εγώ θα πάω για να δω τον αδελφό μου Πάρη.
Οι γυναίκες έδωσαν τον υπέροχο πέπλο στην ιέρεια Θεανώ και αυτή τον απίθωσε στα γόνατα του αγάλματος της θεάς. Οι γυναίκες με ψηλά τα χέρια υμνούσαν κλαίγοντας την Αθηνά να τις σπλαχνιστεί και να απομακρύνει το φονικό χέρι του Διομήδη από την πόλη τους και τα παιδιά τους. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι η Αθηνά αδιαφορούσε για τις ικέτισσες γερόντισσες της Τροίας αφού ήταν σταθερά στο πλευρό των Αχαιών.
Ο Έκτωρ πήγε στα βασιλικά δώματα του Πάρη και τον βρήκε να φροντίζει με επιμέλεια τα όπλα του: Ασπίδα, θώρακα, ξίφος, κοντάρι, περικεφαλαία, τόξο, βέλη.. Η Ωραία Ελένη καθοδηγούσε τις κοπέλες που την βοηθούσαν για περίτεχνα υφαντά και κεντήματα.
Ο Έκτορας μίλησε αυστηρά στον Πάρη:
« Δεν ντράπηκες που έφυγες από τη μάχη Πάρη; Τι θα `λεγες αν έβλεπες να κάνουν όσα κάνεις; Για χάρη σου σκοτώνονται τόσοι και τόσοι άντρες, γιατί εσύ τον έφερες τον πόλεμο στην Τροία. Τρέξε στη μάχη πήγαινε πριν έλθουν και μας κάψουν».
Ο Πάρης του απάντησε: « Έρχομαι αμέσως αδελφέ, στη μάχη επιστρέφω φύγε εσύ, μη νοιάζεσαι ακολουθώ αμέσως. Αυτό το ίδιο ζήτησε και η Ωραία Ελένη αυτό επιθυμώ κι εγώ στη μάχη να γυρίσω»
Ο Έκτορας δεν απάντησε στον αδελφό του. Η Ελένη όμως μίλησε στον Έκτορα τον θείο:
« Μεγάλε αρχηγέ τρανέ, ω θείε Πριαμίδη, για όλα ευθύνομαι εγώ η λυσσασμένη σκύλα η πολυ-κακο-μήχανη με τις κακές μου πράξεις. Καλύτερα η μάνα μου την ώρα που μ` εγέννα στα κύματα να μ` έριχνε η στ` άγρια τα όρη. Όμως για μας οι αθάνατοι άλλα είχαν ορίσει. Ο Πάρις δεν κατάλαβε την άποψη του κόσμου. Μυαλό δεν έβαλλε ποτέ. Ποτέ του δεν θα βάλλει. Κανείς δε μας συμπάθησε μ` αυτά που έχουν γίνει. Κάθισε σε παρακαλώ Έκτορα τιμημένε και πες και συ τη γνώμη σου για μένα και τον Πάρη που ο Ζευς μας έγραψε κακό, βασανισμένο μέλλον και μοίρα μαύρη, ζοφερή θα ζώνει τη ζωή μας και οι μελλούμενες γενιές όλες θα μας θυμούνται μ` ένα τραγούδι όμορφο χιλιοτραγουδισμένο».
Ο Έκτωρ την ευχαρίστησε για την πρόσκληση και της είπε:
« Τόσο εγκάρδια με καλείς όμως δεν θα καθίσω γιατί να τρέξω γρήγορα πρέπει στο στράτευμα μου. Δεν πρέπει η απουσία μου να αποβεί μοιραία. Θα πάω λίγο σπίτι μου να δω γιο και γυναίκα, ποιος ξέρει αν θα σκοτωθώ στην άγρια τούτη μάχη κι αύριο θα `μαι πια νεκρός στου Άδη τα υπόγεια. Ελένη σε παρακαλώ παρότρυνε τον Πάρη στον πόλεμο να ξαναρθεί δεν πρέπει να αργήσει».
Ο Έκτωρ πήγε αμέσως στο μέγαρο του αλλά δεν βρήκε την σύζυγο του Ανδρομάχη, ούτε το μωρό τους γιατί ήταν πάνω στον πύργο απ` όπου παρακολουθούσε τις συμπλοκές με οδυρμούς και κλάματα για την τύχη του άντρα της.
Ο Έκτορας ρώτησε τις κοπέλες του προσωπικού που είναι η Ανδρομάχη. Μήπως πάει να βρει την Ωραία Ελένη ή μήπως είναι στον Ναό της Αθηνάς με τις γερόντισσες. Η οικονόμος του σπιτιού του είπε ότι η Ανδρομάχη δεν είναι ούτε στην Ελένη ούτε στο ναό της Αθηνάς αλλά βρίσκεται στον ψηλό πύργο και παρακολουθεί με μεγάλη αγωνία τις συμπλοκές και φοβάται πολύ για την τύχη του Έκτορα αλλά και όλων των Τρώων. Ο ατρόμητος Πριαμίδης μόλις άμαθε που είναι η αγαπημένη του γυναίκα βρέθηκε σε ελάχιστο χρόνο στον πύργο δίπλα της και στο μικρό το γιο του που μόλις τον είδε χαμογέλασε. Η Ανδρομάχη κρατώντας το χέρι του άντρα της του είπε:
« Αλλοίμονο μου Έκτορα ολόφωτε μου ήλιε. Μήπως η λάμψη σου αυτή μέγα κακό θα φέρει σε μένα και στο βρέφος μας και σ` όλους τους δικούς μας; Μόνο εσένα έχω πια σ` αυτόν τον πάνω κόσμο εσύ σαι ο πατέρας μου κι η σεβαστή μου μάνα. Εσύ και ο αδελφός και ο δικός μου άντρας. Λυπήσου το παιδάκι μας, σπλαχνίσου και εμένα και κάθισε εδώ με μας, στη μάχη μην γυρίσεις και ορφανέψει το παιδί κι εγώ χήρα να γίνω. Προστάτεψε την πόλη μας και στήσε το στρατό σου δίπλα στην άγρια συκιά εκεί που τα μπεντένια αδυνατίζουν και μπορούν εχθροί να τα πατήσουν. Προσπάθησαν τόσο πολύ οι Αχαιοί να μπούνε ν` αλώσουνε την πόλη μας από αυτή τη θέση σαν να τους είπαν οι θεοί μέσω σπουδαίου μάντη, ή μόνοι ανακάλυψαν τον πιο λεπτό τον κρίκο στα τείχη μας τα θεϊκά που τις ζωές μας σώζουν.
Έκτορα αγαπημένε μου άντρα, οι εχθροί μας είναι έξυπνοι. Εντόπισαν το πλέον αδύνατο σημείο των τειχών μας και προσπάθησαν να το παραβιάσουν οι Αγαμέμνων, Μενέλαος, ο κρητικός Ιδομενέας, ο θηριώδης Διομήδης και οι Αίαντες. Πρέπει λοιπόν να προστατεύσεις αυτόν τον αδύνατο κρίκο των τειχών μας ώστε να μην περάσουν μέσα στην πόλη οι οχτροί».
Ο Έκτωρ απάντησε στοργικά στην πιστή, αγαπημένη του γυναίκα:
«Κι εγώ όλα τούτα σκέφτομαι καλή μου Ανδρομάχη. Θέλω να είμαι αντάξιος του αγαπητού λαού μου, κανένας να μην ντροπιαστεί από δικές μου πράξεις. Περήφανοι να νιώθουνε άντρες, γυναίκες, γέροι, παιδιά και όλος ο λαός για όλα που θα πράξω. Μπροστά μπροστά στον πόλεμο θέλω να πολεμάω πάντα με γενναιότητα ποτέ μου με δειλία. Αλλά καλή γυναίκα μου, ιδανική μου αγάπη, λυπάμαι που θα σου το πω αλλά θωρώ να φτάνει η ώρα εκείνη η κακιά που η πόλη μας θα πέσει στα χέρια των αδίστακτων κι ατρόμητων εχθρών μας.
Αχ αγαπημένη μου πόσο στενοχωριέμαι για την άδικη μοίρα των σεβαστών μου γονιών και των αγαπημένων μου αδελφών. Όμως χάνω τα λογικά μου όταν σε σκέφτομαι στα χέρια των εχθρών μας. Δεν αντέχω στη σκέψη να σε φαντάζομαι δακρυσμένη, με στερημένη τη λευτεριά σου, πίσω από τον νέο αφέντη σου να τον ακολουθείς για το νέο σου σπίτι όπου θα υφαίνεις στον αργαλειό μιας ξένης και θα φέρνεις νερό από τη βρύση για τις ανάγκες του νέου σπιτιού. Κι όταν σε βλέπουνε να κλαις και να στενοχωριέσαι θα λένε πως εσύ η αρχόντισσα ήσουνα κάποτε δική μου, γυναίκα του ατρόμητου Έκτορα, του αρχηγού των Τρώων».
Ο Έκτωρ άνοιξε τα χέρια να αγκαλιάσει τον γιο του που τον κρατούσε αγκαλιά η παραμάνα του, αλλά το μωρό κατατρόμαξε βλέποντας έναν χάλκινο γίγαντα με περικεφαλαία και έσυρε φωνή φόβου, έβαλε τα κλάματα και χώθηκε πιο βαθιά στον κόρφο της γυναίκας που το κρατούσε. Η Ανδρομάχη και ο Έκτορας γέλασαν με τις αντιδράσεις του βρέφους. Ο Έκτορας έβγαλε το πανέμορφο, λαμπερό κράνος του με την μεγάλη αλογοουρά και το ακούμπησε κάτω. Πήρε το μωρό αγκαλιά το φίλησε και το ξαναφίλησε το ταχτάρισε, το χόρεψε στα χέρια του. Δεν το χόρταινε. Μια προσευχή του βγήκε αθέλητα απ` τα πικρά του χείλη:
« Δία μεγάλε και τρανέ κι όλοι οι θεοί φροντίστε το γιο μου αν θα σκοτωθώ, εκείνος να προκόψει και άξιος μου διάδοχος και αρχηγός να γίνει την Τροία την περίφημη αυτός να κυβερνήσει. Ω παντοδύναμοι θεοί παρακαλώ σας όλους να λένε για τον γιόκα μου τα παρακάτω λόγια: Αυτός πολύ ξεπέρασε τον θαυμαστό του κύρη τον Έκτορα τον μέγιστο διάδοχο του Πριάμου».
Απίθωσε το μωρό στα χέρια της Ανδρομάχης και εκείνη το έσφιξε στον μυρωδάτο κόρφο της με όλη της την αγάπη. Η γυναίκα ξεκίνησε για το μέγαρο της κοιτάζοντας με δακρυσμένα μάτια τον Έκτορα. Εκείνος φόρεσε το κράνος του και έφυγε για το πεδίο της μάχης.
Η Ανδρομάχη έφτασε με δάκρυα στα μάτια στο μέγαρο της. Μόλις την είδαν οι γυναίκες του προσωπικού έσυραν θρήνο, μούγκρος και μοιρολόι. Κλαίγανε τον Έκτορα που ήταν όμως ακόμα ζωντανός και ανίκητος.
«Ωχού μοίρα ανίκητη μη μας καταδικάζεις να κλαίμε τον άφέντη μας που ναι ζωή γεμάτος και όλοι τον θαυμάζουνε εχθροί και φίλοι αντάμα».
Ο Πάρης στο μεταξύ ετοιμάστηκε, φόρεσε τ` άρματα του για να σπεύσει στην πρώτη γραμμή της μάχης δίπλα στον αδελφό του Έκτορα από τον οποίο ζήτησε οδηγίες.
« Όποιος σε δει στον πόλεμο να μάχεσαι αδελφέ μου καταλαβαίνει τι καρδιά κρύβεις στα στήθη μέσα. Όλοι να ξέρεις σε μισούν γιατί σ` εσέ χρεώνουν τον αντροφόνο πόλεμο που ζούμε εννέα χρόνια. Τώρα καλέ μου αδελφέ προέχει η άμυνα μας και τους εχθρούς να διώξουμε από τα χώματα μας».
‘Όλοι οι θεοί και αυτοί που στηρίζουν τους Αχαιούς( Αθηνά και Ήρα) και αυτοί που συνδράμουν τους Τρώες( Άρης, Αφροδίτη) έχουν αποχωρήσει από το πεδίο της μάχης. Οι Αχαιοί επιβάλλονται χάρις στην ορμητική παρουσία του Αίαντα και στον ασταμάτητο Διομήδη.
Ο στρατός των Τρώων δείχνει σημάδια φόβου. Ο Έκτωρ το αντιλαμβάνεται αμέσως και ψάχνει για λύσεις με το στρατηγικό μυαλό του. Ο αδελφός του μάντης, οιωνοσκόπος Έλενος συζητά και λέει τις απόψεις του στον Έκτορα και στον Αινεία. Προτείνει να κάνουν θυσίες και να προσφέρουν αναθήματα, δώρα, μαλάματα και αραχνοΰφαντα πέπλα στην Αθηνά, στον ναό της εντός των τειχών της καστρογυρισμένης Τροίας.
Ο Διομήδης πρόκειται να μονομαχήσει με τον νεαρό Γλαύκο. Μετά από μια συζήτηση μεταξύ τους με λεπτό στοχαστικό περιεχόμενο και φιλοσοφικές προεκτάσεις αποφασίζουν να μην κτυπηθούν και να ανταλλάξουν τα όπλα τους.
Ο Έκτορας μπαίνει στην Τροία και ζητά από τη μητέρα του Εκάβη να αναλάβει και να οργανώσει όλες τις προσφορές για την εξευμένιση της θεάς Αθηνάς. Ο αρχηγός Έκτωρ βρίσκει τον Πάρη και αφού τον επιπλήττει για την άνανδρη συμπεριφορά του τον διατάζει να επιστρέψει αμέσως μαζί του στο πεδίο της μάχης. Ακολούθως συναντά την σύζυγο του Ανδρομάχη και το παιδί του, νήπιο ακόμα, τον Αστυάνακτα. Η συνάντηση είναι πολύ ποιητική και συγκινητική. Επιστρέφει με τον Πάρη στο πεδίο της μάχης.
θύσθλα χαμαὶ κατέχευαν ὑπ’ ἀνδροφόνοιο Λυκούργου, st. 134.
θύσθλα, -ων, τά (θύω Α), τα σύνεργα του Βάκχου, οι θυρσοί και οι δαυλοί, τα ραβδιά των Βακχίδων. Ο θύρσος ήταν σύμβολο του Διονύσου και των ακολούθων του. Έφερε κλαδιά κισσού και κληματαριάς και κορυφωνόταν σε μεγάλο κουκουνάρι.
Σίσυφος Αἰολίδης· ὃ δ’ ἄρα Γλαῦκον τέκεθ’ υἱόν, στ.154.
Τον Σίσυφο, τον γιο του Αιόλου και πατέρα του Γλαύκου.
Σίσυφος: Ο μυθικός κτίστης, ιδρυτής της Έφυρας( Κορίνθου). Γνωστός για την τιμωρία, το μαρτύριο του στον Άδη με το βράχο που αενάως ανέβαζε σε μια κορφή αλλά ο βράχος κυλούσε κάτω και όλα πάλι από την αρχή.
πρῶτον μέν ῥα Χίμαιραν ἀμαιμακέτην ἐκέλευσε,στ. 179.
Χίμαιρα: Μιξογενές, υβριδικό μυθολογικό τέρας. Λιοντάρι και αίγα, με ουρά δράκοντα.
ἀμαιμάκετος, -η, -ον και -ος, -ον, ασυναγώνιστος, ακατανίκητος, δυνατός, ισχυρός, ακατάβλητος.
τὸ τρίτον αὖ κατέπεφνεν Ἀμαζόνας ἀντιανείρας. στ. 186.
Ἀμαζών, -όνος, ἡ, κυρίως στον πληθυντικό, Ἀμάζονες, αἱ, οι Αμαζόνες, πολεμοχαρής φυλή γυναικών στη Σκυθία, σε Ομήρου Ιλιάδα Ηρόδοτο κ.λπ. (κυρίως προερχόμενη από το α στερητικό και το μαζός, από το μύθο ότι έκοβαν τον δεξί τους μαστό, ώστε να μη τους εμποδίζει στη χρήση του τόξου).
– ἀντι-άνειρᾰ, ἡ (ἀντί, ἀνήρ), θηλ. επίθ., όμοιος με άνδρα, λέγεται για τις Αμαζόνες.
τὴν δὲ χολωσαμένη χρυσήνιος Ἄρτεμις ἔκτα. στ. 205.
-Χρυσήνιος: χρυσός + ηνία( χαλινάρια). Με χρυσά χαλινάρια.
αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων,
μηδὲ γένος πατέρων αἰσχυνέμεν.. στ. 208- 209
Από τους μνημειακούς στίχους της Ιλιάδος.
ἀλλὰ μέν’ ὄφρά κέ τοι μελιηδέα οἶνον ἐνείκω, στ. 258.
Μελιηδέα οίνον = γλυκόπιοτον οίνον, ευχάριστος σαν μέλι.
1*. Κωστής Καζαμιάκης. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Στην αγαπημένη μου Ιωάννα – Μαρίνα Γαλάνη.
