ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σταύρος Δούμας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Μίλα σιγά αγέρα

η μάνα μου κοιμάται

πάει καιρός

που μόνο ο ύπνος τη λυπάται»

(«Του ύπνου σου το μυστικό», Αλκης Αλκαίος)

Δεν είμαι κριτικός της τέχνης, ούτε διανοούμενος. Ενας σιδεράς είμαι που είχε την τύχη να συναντήσει στη ζωή του τον Αλκη Αλκαίο (τον Βαγγέλη Λιάρο δηλαδή) και να μείνει κοντά του 50 χρόνια.

Θα σας μιλήσω για το αποτύπωμα των ποιημάτων του στην ψυχή μου, κι αυτό νομίζω έχει αξία, γιατί είμαι μια λαϊκή ψυχή, η κάθε λαϊκή ψυχή που αγωνίζεται για έναν καλύτερο, δικαιότερο, ανθρωπινότερο, ομορφότερο κόσμο.

■ Οταν το 1978, άκουσα τον «Φλεβάρη του 1848» (τα τραγούδια της λευτεριάς) -ο Φλεβάρης των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο- κατάλαβα τι εννοούσαν οι στίχοι του:

«Απόψε σμίξαν τις καρδιές μας σ’ έναν έστω

στιγμιαίο συντονισμό, ίδιες ελπίδες

καθώς μας φώτιζαν τον δρόμο οι σελίδες

απ’ το κομμουνιστικό μας μανιφέστο»

■ «Το Εμπάργκο» ήταν και είναι για μένα ένας πολιτικός σταθμός. «Κακόηθες μελάνωμα», «Ταπεινό ρέκβιεμ για το μέλλον ή το άλλο πρόσωπο ενός αυτόνομου», «Ωδή σ’ έναν δρομέα ημιαντοχής», «Γαμμαγραφία» (Σαλβαντόρ), «Μες στο χημείο του Μαγιού»…

Πόση ευρηματικότητα, ακρίβεια, τόλμη και σεμνότητα μαζί, ομορφιά και φαντασία στους τίτλους που σε προκαλούσαν να ακούσεις και να ξανακούσεις τον δίσκο.

Σαν «κύμα ωστικό» που ένιωθα κάθε φορά που τον άκουγα. Μια φωνή -η φωνή του;- με προέτρεπε, με πρόσταζε(;) να μην επαναπαυτώ, να αφουγκραστώ, να αντισταθώ. Ετσι το ένιωθα και σ’ αυτόν τον παροξυσμό της πολιτικής μου αφύπνισης ερχόταν το «Ερωτικό» («Με μια πιρόγα») να με γλυκάνει, να με χαϊδέψει, να με συγκινήσει ερωτικά.

«Μπορούσε να εκφράσει τα ζητούμενα και τα θέλω των πολλών, χωρίς όμως να καταντά δέσμιός τους», έγραψε το 2017 ο Κώστας Μπαλαχούτης. Και συμφώνησα απόλυτα.

Δεν είναι τυχαίο που όσοι έχουν μιλήσει γι’ αυτόν καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή οι στίχοι του αφορούν τον καθένα από μας ξεχωριστά, αλλά και όλους μαζί.

■ «Στου αιώνα την παράγκα», τίτλος που σε παραξενεύει… Για τι μιλάει ο ποιητής;

Τα τραγούδια του δίσκου: έκπληξη επαναλαμβανόμενης διάρκειας, αξεπέραστα («Α! ρε μπαγάσα…» του λέω πολλές φορές δανειζόμενος τον Ασιμο, «πέρασες στην αιωνιότητα, που είναι μία στιγμή»).

Με τη «Ρόζα» («Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο / μα τα κελιά μας είναι χωριστά…») όλοι έχουμε χορέψει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και δεν μας ένοιαξε ποτέ αν ήταν για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ ή για κάποια Ρόζα της καρδιάς μας.

«Τι εννοείς; Τι θες να μας πεις; Σε τι αναφέρεσαι;» τον ρωτούσα.

Μου απαντούσε: «Θέλω το τραγούδι να ταξιδεύει. Δεν μιλώ στο μυαλό, μιλώ στο συναίσθημα. Αφησε τον καθένα να καταλαβαίνει ό,τι θέλει. Δεν είναι αριθμητική η ποίηση». Αργότερα, το ‘κανε κι αυτό ποίημα:

«Ασε άλυτο το γρίφο

και μην το παιδεύεις φως μου.

Πώς θ’ αντέξεις δίχως μύθο

την αλήθεια αυτού του κόσμου;»

(Πυραμίδες 2006, «Υπέροχα μονάχοι»)

■ Το «Στου αιώνα την παράγκα», δίσκος τόσο πλούσιος και απαιτητικός: η υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μας και τους άλλους, να βλέπουμε την ήττα μας στα προσωπικά, τα κοινωνικά, τα πολιτικά, ως ανάγκη μιας νίκης, μιας νέας αρχής.

«Οσοι με τον χάρο γίναν φίλοι

με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη

στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι

πάντα γελαστοί και γελασμένοι»

(«Πάντα γελαστοί»)

«Θέλω σήμερα παιχνίδι με τον χάρο

στο καζίνο της καρδιάς σου να ρεστάρω

να ενωθώ μ’ όλης της γης τα κατακάθια

να γευτώ όλα τα ρόδα και τ’ αγκάθια»

(«Πατησίων και παραμυθιού γωνία»)

«Σαν πλανόδιο τσίρκο τη ζωή μου σκόρπισα

σε σταθμούς και πλατείες, πού με πας δε σε ρώτησα

τώρα δίχως πυξίδα τα ταξίδια μου κάνω

τη φωνή σου ακούω, μα τι λες δε σε πιάνω»

(«Σαν πλανόδιο τσίρκο»)

«Τι να σου λέω για το χθες

για τις χαμένες μας Ιθάκες

εσύ γυρεύεις παρτενέρ

για να σου δίνει τις ατάκες»

(«Ατάκες»)

Ο Βαγγέλης Λιάρος γεννήθηκε στην Κοκκινιά της Θεσπρωτίας και μεγάλωσε στην Πάργα (γι’ αυτό το τραγούδι «Ανοιξη της Πάργας»). «Είμαι γέννημα Κοκκινιώτης και θρέμμα Πάργας, γιατί επί 45 χρόνια απ’ αυτήν φεύγω και σ’ αυτήν επιστρέφω κάθε καλοκαίρι. Γιατί η Πάργα είναι η νιότη μου, ο έρωτάς μου, το τραγούδι μου και η Ιθάκη μου», έλεγε.

Οπως μιλούσε έγραφε και όπως έγραφε μιλούσε. Τόσο σύνθετος και τόσο απλός.

Δεν είναι συγκλονιστικό που κάθε του τραγούδι είναι, τουλάχιστον για μένα, ένα βιβλίο που δεν διάβασα, ένα θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο που δεν πρόλαβα να δω;

■ Κι ο δίσκος «Υπέροχα μονάχοι» βέβαια… Μου είχε επισημάνει ότι οι τρεις αυτές συλλογές είναι σταθμοί στο έργο του, «σταθμοί πολιτικοί» όπως έλεγε:

1982 «Εμπάργκο»: αντίσταση και αγώνας για τον αποκλεισμό του κινήματος.

1996 «Στου αιώνα την παράγκα»: ωριμότητα και περίσκεψη για την πολιτική μας στάση και πράξη.

2006 «Υπέροχα μονάχοι»: αναστοχασμός, προσωπικός και πολιτικός.

«Καρφώνω λέξεις στο χαρτί κι απ’ το χαρτί γλιστράνε

το νόημα που ‘χει πια χαθεί να ψάξω μου ζητάνε (…)

Αλλού με πάει η ζωή κι αλλού κρυφοκοιτάζω»

(«Χάρτινη ζωή»)

■ Ομολογεί χωρίς να κρύβεται τις δικές μας ανομολόγητες διαπιστώσεις.

«Αλλος γυρεύει άγκυρα κι άλλος πανί (…)

άλλος γυρεύει βάλσαμο κι άλλος πληγή,

είναι οι αλήθειες όσοι οι άνθρωποι στη γη»

(«Της θάλασσας τα μάγια»)

■ Αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα και την ποικιλία των ανθρώπινων θελήσεων.

«Φεύγει η αγάπη, φεύγει σαν αέρας (…)

Παιχνίδια είμαστε της κάθε μέρας

Πάμε στον κόσμο υπέροχα μονάχοι

Πώς μάταιο ταξίδι δεν υπάρχει»

(«Αργώ»)

■ Δεν παραδίνεται στη ματαιότητα, ομορφαίνει τη μοναξιά. Λέει «Στης γοργόνας το φτερό».

«Μια σούπα ο κόσμος κι ο νους τρύπιο κουτάλι (…)

Κι εγώ που ξέχασα ποιος είμαι, πού πηγαίνω

λαθρεπιβάτης σ’ ένα πλοίο παροπλισμένο»

Και νομίζω πως εκφράζει μια ανεκπλήρωτη πολιτική διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα είναι μια ευθεία αναφορά στον Καββαδία.

Η πολιτική του αγωνία για τον τόπο αποτυπώνεται σ’ όλα τα ποιήματά του. Πολυσήμαντος και ευθύβολος, στο έργο του «Εντελβάις», φωτογραφίζει την τραγικά επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα των πολιτικών χώρων:

«Πράσινο-μπλε του παπαγάλου

κι η μοναξιά στο κόκκινο (…)

κι η Ελλάδα ν’ αρμενίζει

με μιαν ελπίδα κόσκινο»

(«Μ’ ένα τσιγάρο σέρτικο»)

«Ονομάζομαι Βαγγέλης Λιάρος, αλλά μάλλον με ξέρετε σαν Αλκη Αλκαίο.

Θυμάμαι ότι… ήταν αρχές του 1967, στο κατάμεστο χειμωνιάτικο σινεμά, στου Καρύδη, στην Πάργα.

Το θέμα της διάλεξής μου: «Κώστας Καρυωτάκης: ο ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε». Αφορμή, η άρνηση των θρησκευτικών αρχών στην Πρέβεζα να τελέσουν μνημόσυνο για έναν αυτόχειρα.

Θυμάμαι τη συγκίνηση που ένιωσα όταν έλαβα γράμμα από τον Θάνο Καρυωτάκη, αδελφό του ποιητή.

Ναι… έτσι ξεκίνησα, μ’ ένα πεζό για έναν ποιητή, υπό την αιγίδα του Δήμου Πάργας…».