ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νικήτας Αλιπράντης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το βιβλίο στο οποίο η Αμερικανίδα δημοσιογράφος ονόματι Catherine Nixey επιχειρεί να υποστηρίξει ότι ο χριστιανισμός κατέστρεψε τον αρχαίο πολιτισμό, όχι μόνο δεν διαφωτίζει την ιστορική αλήθεια αλλά τη συσκοτίζει επικίνδυνα, διότι απλώς την αγνοεί.

Γράφει, μεταξύ πολλών άλλων, ότι κεντρικά πρόσωπα της Εκκλησίας, όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, δημιούργησαν κλίμα φανατισμού και μισαλλοδοξίας, ενώ ακριβώς το αντίθετο ισχύει, ότι δηλαδή συνέβαλαν στη δημιουργική συνύπαρξη του κλασικού κόσμου με τη χριστιανική πίστη. Χαρακτηριστικά, ήδη τον 4ο αιώνα, μεταξύ άλλων Πατέρων, ο Μέγας Βασίλειος υπογράμμιζε τη σημασία της αρχαίας γραμματείας και ειδικά της φιλοσοφίας παρομοιάζοντάς τη με τα φύλλα του δέντρου που προστατεύουν τον καρπό, δηλαδή τη χριστιανική πίστη.

Γενικά το βιβλίο απροκάλυπτα είναι ιδεολογικά φορτισμένο κατά του χριστιανισμού (και αυτού της ορθόδοξης Ανατολής), τον οποίο η δημοσιογράφος επιχειρεί να ενοχοποιήσει σε όλες τις ιστορικές εκφάνσεις του, όπως κάνει και η Αννα Γρίβα στην παρουσίαση του βιβλίου υιοθετώντας έωλους ισχυρισμούς της Nixey. Δεν θα ασχοληθώ με τον ισχυρισμό της γενικευμένης βυζαντινής τυφλής μισαλλοδοξίας που υποτίθεται ότι εκδηλωνόταν ως χρέος του χριστιανού να αφανίσει κάθε άλλη πίστη εκτός από τη χριστιανική. Απλώς θα παραθέσω τη φράση του διεθνώς γνωστού Βρετανού βυζαντινολόγου Steven Runciman: Η εκκλησία του Βυζαντίου «έμεινε πάντα η πιο πολιτισμένη οργάνωση που είχε γνωρίσει ώς τότε ο κόσμος» [«Βυζαντινός πολιτισμός» (1933), Αθήνα 1969, σ.151].

Σήμερα είναι κοινός τόπος ότι ο χριστιανισμός απορρόφησε δημιουργικά τον αρχαίο Ελληνισμό, όπως γράφει ο καθηγητής της βυζαντινής αρχαιολογίας Δ. Τριανταφυλλόπουλος, πράγμα που έχει γενικά πιστοποιηθεί από μια τεράστια βιβλιογραφία διαπρεπών σύγχρονων επιστημόνων. Στοιχειωδώς κατ’ ανάγκη θα αναφέρω μερικά κείμενα, των Γάλλων B. Pouderon/J. Doré «Οι χριστιανοί απολογηταί και ο ελληνικός πολιτισμός» (1998), Α. Garzya «Πρόσωπα του Ελληνισμού στον βυζαντινό κόσμο στους 4ο μέχρι 12ο αιώνες» (1985), L. Brisson «Ο βυζαντινός κόσμος και η ελληνική φιλοσοφία» (1997), D. Auger/E. Wolff (επιμ.) «Κλασικός πολιτισμός και χριστιανισμός» (2008), των Γερμανών Η. Ηunger «Η γλωσσικά εξαίρετη μη χριστιανική λογοτεχνία των Βυζαντινών» (1978), G. Karpiev «Φιλοσοφία στο Βυζάντιο» (2005), των Βρετανών R. Jenkins «Οι ελληνιστικές πηγές του βυζαντινού πολιτισμού» (1963), L. Reynolds/N. Wilson «Από τον Ομηρο στον Ερασμο. Η μετάδοση των Ελλήνων και Λατίνων κλασικών» (1984).

Παντελώς αγνοείται στο βιβλίο ένα θεμελιώδες πολιτιστικό γεγονός, ένα τεράστιο έργο που συντελέστηκε στο Βυζάντιο από τις αρχές του 9ου αιώνα και διέσωσε σχεδόν το σύνολο των γραπτών αρχαιοελληνικών μνημείων. Στο εξαίρετο πρόσφατο έργο του «Η δόξα των Ελλήνων» (2017) ο Γάλλος S. Gouguenheim αναλύει αυτή τη σημασία του Βυζαντίου.

Θα περιοριστώ σε τρεις παραπομπές που κάνει σε εξέχοντες επιστήμονες: α) στον Γάλλο καθηγητή P. Lemerle («Tο Βυζάντιο και οι πηγές του πολιτισμού μας», 1966, σ.2): «Ποιος έριξε αυτή τη γέφυρα, μακρόχρονη πολλών αιώνων, από την οποία η αρχαία κληρονομιά έφτασε μέχρι σ’ εμάς; Είναι το Βυζάντιο», β) στον Βρετανό St. Runciman («H Πτώση της Κωνσταντινούπολης, 1453», 2007, σ.228): «Χωρίς τη συμβολή των Βυζαντινών σχολιαστών και γραφέων θα γνωρίζαμε σήμερα λίγα πράγματα για τη γραμματεία της αρχαίας Ελλάδας», γ) στον Γερμανό ιστορικό του Ελληνισμού Κ. Oehler («Αρχαία φιλοσοφία και βυζαντινός Μεσαίωνας», 1969, σ.16): «Το σύνολο της γραμματείας της αρχαίας Ελλάδας που έφτασε μέχρι σ’ εμάς, με ελάχιστες εξαιρέσεις, παρέμεινε διαθέσιμο στον σύγχρονο κόσμο χάρη στους αντιγραφείς των σχολείων και στα βυζαντινά μοναστήρια… Ο κόσμος θα ήταν πολύ πιο φτωχός, σίγουρα πολύ πιο φτωχός, αν οι Βυζαντινοί δεν είχαν προσφέρει αυτή την υπηρεσία στην Ανθρωπότητα».

Αυτό το εξαιρετικά σύντομο κείμενο θεώρησα αναγκαίο, διότι τα αυθαίρετα ιδεολογήματα δεν πρέπει να μένουν αναπάντητα.

*ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Στρασβούργου,, τ. καθηγητής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης


Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο φύλλο της «Εφ.Συν.» τη Δευτέρα 02/01/2023.