Καμπανάκια για πληθωρισμό και «κόκκινα» δάνεια χτυπά η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), με την ενδιάμεση έκθεση που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα. Ειδικά για τον πληθωρισμό, η ΤτΕ προβλέπει ότι θα παραμείνει υψηλός και το 2023, καθώς θα κινηθεί με ταχύτητες 5,8%, έναντι 5% που είναι η εκτίμηση της κυβέρνησης, και με ανοιχτό το παράθυρο για πρόσθετες παρεμβάσεις, ανάλογα με τα δημοσιονομικά περιθώρια κυρίως για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.
Στο μέτωπο των «κόκκινων» δανείων, παρά τη μείωση -από την αρχή του χρόνου- κατά 3,8 δισ. ευρώ της συνολικής τους αξίας στα 14,6 δισ. ευρώ, τον Σεπτέμβριο, υπάρχει ο κίνδυνος για νέο κύμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, λόγω του ανοδικού κύκλου επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και της κάμψης της οικονομικής δραστηριότητας, τη νέα χρονιά.
Σύμφωνα με την έκθεση του διοικητή Γιάννη Στουρνάρα, το 2023, ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται να επιβραδυνθεί στο 1,5%, από 6,2% που εκτιμάται ότι θα πιάσει φέτος η ελληνική οικονομία, για να ψηλώσει στο 3% το 2024 και να σταθεροποιηθεί στο 2,8% το 2025.
Σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα μεγέθη, η καταναλωτική δαπάνη τα επόμενα χρόνια αναμένεται να καταγράψει χαμηλότερους ρυθμούς ανόδου, λόγω της αναμενόμενης επιβράδυνσης του ρυθμού αύξησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ η αγορά εργασίας εκτιμάται ότι θα συνεχίσει τη θετική της πορεία, αλλά με ηπιότερους ρυθμούς.
Οι επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν με πολύ υψηλούς ρυθμούς καθ’ όλη την περίοδο πρόβλεψης 2022-2025, 10% κατά μέσο όρο ετησίως, υποστηριζόμενες από την ενίσχυση της ρευστότητας στον τραπεζικό τομέα και από την αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων. Τονίζεται ότι, τα επόμενα χρόνια, η Ελλάδα θα λάβει στήριξη ύψους 40 δισ. ευρώ περίπου από τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της Ε.Ε. 2021-2027 και 30 δισ. ευρώ από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας έως το 2026.
Οι εξαγωγές αγαθών, που επέδειξαν ανθεκτικότητα κατά τη διάρκεια της πανδημίας, εμφανίζοντας αύξηση 13,8% το 2021, εκτιμάται ότι το 2022 και το 2023 θα συνεχίσουν να αυξάνονται, αλλά με αρκετά ηπιότερο ρυθμό, εξαιτίας της επιδείνωσης των προοπτικών στην ευρωζώνη και στην παγκόσμια οικονομία. Οι εξαγωγές υπηρεσιών εκτιμάται ότι θα ανακάμψουν σε σημαντικό βαθμό φέτος και θα κινηθούν ελαφρώς ανοδικά τα επόμενα έτη. Παράλληλα, όμως, άνοδο αναμένεται να σημειώσουν και οι εισαγωγές καθ’ όλη την περίοδο πρόβλεψης, ως αποτέλεσμα της τόνωσης της εγχώριας ζήτησης, ιδίως των επενδύσεων.
Την ίδια στιγμή, υπάρχει ανησυχία με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, καθώς στο δεκάμηνο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2022 «έγραψε» έλλειμμα 13,6 δισ. ευρώ, το οποίο είναι αυξημένο κατά 6,3 δισ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Από την έκθεση δεν λείπουν οι αστερίσκοι με τις αβεβαιότητες και τους κινδύνους για τον ρυθμό μεγέθυνσης που μπορεί να επιβραδυνθεί περισσότερο σε περίπτωση:
- Περαιτέρω κλιμάκωσης του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς αυτό θα οδηγήσει σε εντονότερη επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας
- Υψηλότερου και πιο παρατεταμένου πληθωρισμού, γεγονός που θα οδηγούσε σε μεγαλύτερες αυξήσεις των ονομαστικών αμοιβών και θα έθετε έτσι σε κίνηση μια ανατροφοδοτούμενη άνοδο του πληθωρισμού
- Νέου κύματος της πανδημίας
- Χαμηλού ποσοστού απορρόφησης κονδυλίων της Ε.Ε.
- Εμφάνισης μιας νέας γενιάς μη εξυπηρετούμενων δανείων λόγω της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης μετά τη λήξη των μέτρων κρατικής στήριξης και
- Καθυστέρησης στον σχηματισμό κυβέρνησης μετά τις εκλογές και στην υλοποίηση των δεσμεύσεων της οικονομικής πολιτικής
- Οξυνσης των γεωπολιτικών εντάσεων στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου.
