ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ειρήνη Παξιμαδάκη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οταν διάβασα τη συλλογή διηγημάτων της Δήμητρας Λουκά «Κόμπο στον Κόμπο», ένιωσα να μεταφέρομαι στον μαγικό κόσμο των δημοτικών τραγουδιών και των λαϊκών αφηγήσεων, όπου θρύλοι, δοξασίες, μάγια και γητειές, δεισιδαιμονίες, έθιμα, αντιλήψεις, ντοπιολαλιές της ελληνικής υπαίθρου και βιώματα συναντιούνται με τα ηθογραφικά αφηγήματα των τελών του 19ου αιώνα.

Στη δεύτερη συλλογή διηγημάτων της η συγγραφέας φαίνεται να έχει διαμορφώσει τη μανιέρα της. Δεκαπέντε διηγήματα που κινούνται πάλι στο κλίμα της ηθογραφίας, όπως και στην προηγούμενη συλλογή, συγκινητικά, απρόσμενα στην εξέλιξη, ζοφερά και πικρά.

Ξεχωρίζω μερικά:

«Η Μούτα», που ανοίγει τη συλλογή και δίνει και τον τίτλο, είναι η σπαρακτική ιστορία της εκ γενετής κωφάλαλης κόρης, που φαντάζει ξένο σώμα στην οικογένεια και σε μια κοινωνία ανώριμη να αποδεχτεί το διαφορετικό και την αναπηρία. Η σκληράδα της μάνας στο διήγημα έρχεται σε απόλυτη αντιδιαστολή με τη μάνα στο «Ενα κορμί» της προηγούμενης συλλογής «Κόμπο τον κόμπο». Η σιωπή της μουγκής κόρης –το θέμα της σιωπής συνέχει κατά κάποιο τρόπο όλα τα διηγήματα, όπως διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο– είναι αυτή που την καθιστά θύμα και θύτη ταυτόχρονα.

Στο διήγημα «Ο νεκροθάφτης» η αφήγηση παρουσιάζεται ως λύτρωση, ως έξοδος από τη σιωπή που επέβαλε ο φόβος, μια «πράξη γενναιότητας» (σελ. 19). Είναι η μαρτυρία του αφηγητή, καλά κρυμμένη για χρόνια, που αποκαλύπτεται λίγο πριν από το τέλος της ζωής του κι αφορά έναν νεκροθάφτη που έγινε… νεκρός, έναν θύτη που έγινε θύμα. Νατουραλιστικές περιγραφές που θυμίζουν έντονα το παπαδιαμαντικό «Μοιρολόγι της φώκιας» («λάφυρα του θανάτου») και μια ατμόσφαιρα θανατολαγνείας, βγαλμένη θαρρείς από τον ζατελικό κόσμο τού «Με το περίεργο όνομα Ραμάνθις Ερέβους».

«Στο ρέμα της Μούργας», πάλι, η παραφροσύνη και η αυτοδικία δίνονται μέσα από ανατριχιαστική πρωτοπρόσωπη αφήγηση της μάνας («γιατί τις ιστορίες τις αφηγούνται καλύτερα εκείνοι που τις έζησαν» σελ. 27), αφήγηση που ανακαλεί τον αφηγηματικό κόσμο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη.

Η «Αγόρω» είναι από τα πιο ωραία διηγήματα της συλλογής. Η πάλη για τον προσδιορισμό της έμφυλης ταυτότητας μέσα στα στερεότυπα και τον συντηρητισμό της ελληνικής οικογένειας. Η Αγόρω είναι η γυναίκα που δεν τολμά να μιλήσει για τον άντρα που κρύβει μέσα της, που το όνομά της –nomen omen– και η σεξουαλική της ταυτότητα είναι κατάρα για την εποχή στην οποία γεννήθηκε. Η σιωπή της είναι η ήττα και η άμυνά της: «καθόταν πάνω στο κρεβάτι της αμίλητη κι ασάλευτη. Είχε πάψει να παλεύει στα φανερά με τα περιγελάσματα και τα θηλυκά στοιχειά. Αλλά ποιος ξέρει τι πόλεμος γίνονταν μέσα της» (σελ. 39).

Στον «Βούλγαρο» διαβάζουμε για την ιστορία του λιγομίλητου Φώτη. Η ιστορία δίνεται από τη γυναίκα του λίγο μετά τον θάνατό του. Εγκαταλειμμένος από τη μητέρα του, διωγμένος από τον πατέρα του, υιοθετημένος από Βούλγαρους, ο Φώτης κουβαλάει μέσα του μια πληγή που τον κάνει να πιστεύει πως «τα λόγια λένε λίγα», ότι «οι λέξεις σκοντάφτουν στα δόντια», ώσπου η είδηση του θανάτου της θετής του μητέρας βάζει «τις λέξεις στο αυλάκι» και τον βοηθά να σπάσει τη σιωπή και να φανερώσει την πληγή του.

Στο «Τετράπτυχο» η συγγραφέας θυμίζει τον μεταφυσικό κόσμο των διηγημάτων της προηγούμενης συλλογής, με νεκρούς που θέλουν κι άλλους μαζί τους στον Αδη, με αλαφροΐσκιωτες κόρες, πρόωρα χαμένες κοπέλες που δεν εγκαταλείπουν το σπίτι τους, καταραμένα αβάπτιστα νεκρά παιδιά, μάγισσες, γητειές και δοξασίες.

Τα διηγήματα ξεχωρίζουν για την πυκνότητα και την απλότητά τους. Δεν συνιστώνται σε όσους αναζητούν ένα ανάλαφρο ανάγνωσμα για το… καλοκαίρι. Τοποθετούνται –πάλι– στον γενέθλιο τόπο της συγγραφέως, στην Ηπειρο, κι είναι βαριά, γεμάτα πόνο και θλίψη. Θυμίζουν λαϊκές παραδοσιακές αφηγήσεις, σαν τις ιστορίες που αφηγούνταν οι παππούδες στα παιδιά μπροστά στο τζάκι σε περασμένες εποχές. Συμπλέκονται η ηθογραφία με την ψυχογραφία, ο ρεαλισμός με το μεταφυσικό, η θρησκεία με τη δεισιδαιμονία, η σιωπή με την αποκάλυψη, ο θάνατος με τη ζωή…

Οι ήρωες των διηγημάτων έρχονται σε σύγκρουση με την οικογένεια, την κοινωνία, τον εαυτό τους, τα πάθη τους, τις πράξεις τους, τις ενοχές τους.

Η συγγραφέας φαίνεται να διαμορφώνει το προσωπικό λογοτεχνικό της ύφος. Είναι φανερές οι επιρροές της από τους μεγάλους Ελληνες διηγηματογράφους. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη λαϊκή παράδοση, που την αντιμετωπίζει είτε ως λαογράφος συλλέγοντας υλικό για παραδοσιακούς χορούς («Σιαμαντάκας»), δοξασίες και δεισιδαιμονίες («Τετράπτυχο»), είτε ως ψυχογράφος («Αγόρω», «Μούτα», «Το κουκούλι», «Ο Βούλγαρος»), αλλά πάνω από όλα και κυρίως ως λογοτέχνιδα και δεινή αφηγήτρια ανταποκρίνεται με μεγάλη επιτυχία στην πρόκληση της τόσο απαιτητικής μικρής φόρμας του διηγήματος και σε γλώσσα λιτή και ρέουσα, με πυκνή αυθεντική αφήγηση, μας χαρίζει διηγήματα που αγγίζουν την ψυχή μας.


Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο smatzorou @efsyn.gr