Έχει μια μακρά πορεία στην ελληνική εναλλακτική σκηνή, κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες ένα solo ντεμπούτο που συζητήθηκε αρκετά και έχει το δικό του «Μεγάλο Σχέδιο».
Ο Σπυρέας Σιντ, η Iam Nothe με το Iam Nothe να σημαίνει «ένα ονοματεπώνυμο κάποιου που δεν ήμουν πριν αλλά είμαι τώρα. Ή κάποιου που ήμουν πριν αλλά δεν είμαι πια».
Η efsyn city μίλησε μαζί του για τον πρώτο του προσωπικό δίσκο, “The Grang Design” (διαβάστε την κριτική ΕΔΩ), για τις αποφάσεις που πήρε λίγο πριν ξεκινήσει την solo καριέρα του και για τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει.
Πώς είναι το «πέρασμα» από τις διαδικασίες που υπάρχουν σε μια μπάντα στη solo καριέρα; Ήταν εύκολη απόφαση και, κυρίως, η υλοποίηση;
Τίποτα δεν είναι εύκολο ειδικά οι αποφάσεις σαν και αυτή. Είμαι εξαιρετικά αναποφάσιστος γενικά θα έλεγα. Η υλοποίηση είχε πολλές χαρές που δεν περίμενα, πολλά πράγματα ήταν απολαυστικό το να μαθαίνω να τα κάνω, και φυσικά η ικανοποίηση της χειραφέτησης από ένα σύστημα υποστήριξης που είχα συνηθίσει και που, ασυναίσθητα κάπως με περιόριζε όσο και με βοηθούσε. Αυτά σε ό,τι αφορά την σύνθεση, παραγωγή και ηχογράφηση ενός νέου δίσκου. Τα πιο δύσκολα όμως αρχίζουν τώρα, που πρέπει να στήσω μια μπάντα αν θέλω να παίξω live. Αυτό είναι συντριπτική αλλαγή και προφανώς δεν είναι εύκολο.
Και γιατί Iam Nothe; Είναι περσόνα, είναι τίτλος, είναι καλλιτεχνικό ψευδώνυμο;
Είναι ένα ονοματεπώνυμο κάποιου που δεν ήμουν πριν αλλά είμαι τώρα. Ή κάποιου που ήμουν πριν αλλά δεν είμαι πια. Βασικά δεν μου άρεσε το Spyreas Sid σαν όνομα να μπει στο εξώφυλλο, αντέχω μόνο να το βλέπω σαν συντελεστή από κάτω όχι σαν τίτλο, οπότε χρησιμοποίησα το nickname που είχα επινοήσει για τη δουλειά μου ως designer παλιότερα.
Βλέπουμε στους συντελεστές του δίσκου και μια πλειάδα συνεργατών. Υπήρξε αλληλεπίδραση σε συνθήκες στούντιο με τους μουσικούς της μπάντας; Άλλαξαν καθόλου οι συνθέσεις και η προοπτική μέσα από τις συνεργασίες;
Από τα demo που έφτιαξα στο FL μέχρι τις τελικές ηχογραφήσεις, υπήρξαν κάποια σημαντικά στάδια που απαιτούσαν αλληλεπίδραση ναι. Κάποιοι βέβαια δεν συνυπήρξαν μεταξύ τους ταυτόχρονα, αλλά το rhythm section πχ γράφτηκε ζωντανά πάνω σε tapes-οδηγούς από τους δύο μουσικούς (Gustav Penka και Γιώργο Κατσάνο) που το είχαμε προβάρει τις προηγούμενες μέρες μαζί. Οι κιθάρες και τα πλήκτρα όμως, γράφτηκαν ξεχωριστά. Το feel σε κάποια grooves, οι κιθαριστικές πινελιές σε όλο το δίσκο όπως και κάποια solo, και κάποια έξτρα layers πλήκτρων, γενικά ναι, υπήρξαν διάφορα πράγματα που προέκυψαν από τους μουσικούς που ανέλαβαν να αποδώσουν το υλικό, τα οποία αναδιαμόρφωσαν τα τραγούδια και τις ενορχηστρώσεις αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο.
Εκτός από ψηφιακή κυκλοφορία ο δίσκος θα κυκλοφορήσει και σε κασέτα. Βλέπουμε εδώ και καιρό μια δειλή, αλλά σημαντική επιστροφή της κασέτας. Η νοσταλγία καλλιτεχνών και κοινού «φταίει» ή υπάρχουν αισθητικοί και τεχνικοί λόγοι πιστεύεις; Κυκλοφορία σε άλλο format θα δούμε;
Για αυτή την έστω niche επιστροφή της κασέτας πιστεύω οι λόγοι είναι συγκυριακοί και πρακτικοί και το αισθητικό (η 70s – 80s νοσταλγία που φέρνει αυτό το μέσο) ανατροφοδοτείται όσο υπάρχουν και οι συνθήκες αυτές στη βιομηχανία, στην αγορά του “φυσικού προϊόντος” και όλο αυτό το πλαίσιο της ψηφιακής διανομής που είναι προφανώς αρκετά προβληματικό ως προς τον ανταποδοτικότητα που προσφέρει στους μουσικούς και τους δημιουργούς. Για το album μου άλλο format δεν αποκλείεται, αλλά προς το παρόν δεν προβλέπεται. Ίσως αργότερα να γίνει βινύλιο, αλλά όχι σίγουρα.
Και πιο είναι το Grand Design για τον Iam Nothe; Και γενικότερα; Βλέπουμε να υπάρχει κανένα Grand Design για τη ζωή μας, την καθημερινότητα, την κοινωνία;
Το Grand Design στο οποίο αναφέρεται το album, ειρωνικά και αυτοσαρκαστικά περισσότερο, είναι αυτό το ‘σχέδιο’ μιας ολόκληρης ζωής που χαράσσεται ερήμην μου υπερβολικά συχνά, και όταν γίνεται συνειδητά είναι συνήθως μη υλοποιήσιμο. Υποθέτω ότι αυτό ισχύει για τα περισσότερα παιδιά της γενιάς μου από τότε, ειδικά σε αυτή τη χώρα που έτσι κι αλλιώς σχεδιασμός μακροπρόθεσμος δεν υπάρχει καν σαν υπόνοια στην κουλτούρα μας η οποία είναι τόσο βαθιά συντηρητική που είναι αδύνατο να οραματιστεί πέρα από το πολύ κοντινό μέλλον κάτι.
Αγαπημένο «παιδί» έχεις από αυτά τα 8 τραγούδια;
Τo “Holding On” με συγκινεί ακόμα μάλλον. Όλα όμως πλέον τα έχω βαρεθεί λίγο-πολύ οπότε δεν μπορώ να απαντήσω κάτι με ενθουσιασμό. Ταυτοχρόνως όμως, είμαι ικανοποιημένος από αυτά τα τραγούδια όπως έγιναν, τα ευχαριστήθηκα αρκετά φτιάχνοντάς τα όλα.
Στο Δελτίο Τύπου αναφέρεται κάτι περί ματαιότητας στην καλλιτεχνική προσπάθεια. Ποια είναι, ωστόσο η δύναμη που ωθεί τον καλλιτέχνη στη δημιουργία; Και τι προσμένει ένας καλλιτέχνης στην Ελλάδα σε όλα τα επίπεδα;
Η ανάγκη είναι η μεγαλύτερη δύναμη που κινεί γενικά τους ανθρώπους σε ό,τι κάνουν νομίζω. Οπότε και για τους μουσικούς μάλλον αυτή είναι. Στην Ελλάδα δεν έχεις να προσμένεις “πολλά”, αν και αυτός ο ορισμός του τι είναι “πολλά” υπονοεί ότι αυτά είναι πράγματα μετρήσιμα. Τέτοια ναι, δεν έχεις να προσμένεις. Οπότε περισσότερο έχει σημασία εσύ τι θες να κάνεις, πώς θες να περνάς το χρόνο σου στη ζωή, και τι κερδίζεις σε σχέση με αυτό.
Τι ακούς αυτόν τον καιρό; Έχεις να προτείνεις πέντε δίσκους στους αναγνώστες μας;
Το καινούριο των Alexis on fire είναι πολύ καλός ροκ δίσκος. Παρακολουθώ με προσοχή τους All Them Witches επίσης. Ένα φοβερό album που άκουγα αυτή τη βδομάδα είναι το “The Architecture Of Oppression Pt.1” του Jake Ferguson ως The Brkn Record. Το Gong Splat του John Dwyer επίσης. Και φυσικά το νέο album των The Cult “Under The Midnight Sun”.
Live υποστήριξη για τον δίσκο θα υπάρξει; Ποια είναι τα σχέδια;
Δεν υπάρχουν σχέδια για live προς το παρόν.
