ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Τάσος Κωστόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια δυσκολία που αντιμετωπίζουν συχνά όσοι επιχειρούν να μελετήσουν την εξέλιξη του ελληνικού κράτους στους δύο αιώνες της ύπαρξής του, είναι η άτυπη, πλην αποκλειστική καθ’ ύλην αρμοδιότητα που η εγχώρια ιστοριογραφία δείχνει να έχει εκχωρήσει στις ίδιες τις υπηρεσίες αυτού του τελευταίου, όσον αφορά την (αυτο)βιογραφία τους.

Στην περίπτωση ιδίως των σωμάτων ασφαλείας, τα αρχεία των οποίων ήταν και παραμένουν απροσπέλαστα στους εξωτερικούς ερευνητές, τα μόνα διαθέσιμα βιβλία για την ιστορία τους ήταν μέχρι πρότινος όσα έγραψαν κατά καιρούς κάποια στελέχη τους (Νικόλαος Τρουπάκης, Νικόλαος Αρχιμανδρίτης, Κωνσταντίνος Αντωνίου, Ιωάννης Καλυβίτης, Χαράλαμπος Σταμάτης). Ακόμη κι όταν αυτό το έργο ανατέθηκε επί χούντας σ’ έναν πανεπιστημιακό ιστορικό, τον Απόστολο Δασκαλάκη (για την ιστορία της Χωροφυλακής τη δεκαετία του 1940), αυτός αποδείχτηκε τελικά υπηρεσιακότερος των υπηρεσιών. Το ίδιο κι ένας δημοσιογράφος, που δημοσίευσε στο επίσημο όργανο της Αστυνομίας Πόλεων σειρά ιστορικών άρθρων με τον ιδιότυπο αλλά αποκαλυπτικότατο τίτλο «Η συμβολή των αστυνομικών συντακτών εις την ίδρυσιν του αστυνομικού σώματος»…

«Οι αστυνομικοί υπάλληλοι δέον να είναι κάτοχοι όλων των λεπτομερειών της πόλεως εις ην υπηρετούν» | Ιωάννης Καλυβίτης, «Αστυνομικόν Λεξικόν» (1928)

Οπως ήταν φυσικό, όλες εκείνες οι εξιστορήσεις, προϊόντα της ανάγκης για προσωπική προβολή και δικαίωση του δημιουργού τους ή/και αποκατάσταση της οικείας υπηρεσίας στην ευρύτερη κοινωνική συνείδηση, διακρίνονται από έντονη διάθεση αυτοπροβολής και μηδενική -κατά κανόνα- τάση αυτοκριτικής, τόσο ατομικής όσο και συλλογικής. Τη μόνη αποκαλυπτική πτυχή τους συνιστούν έτσι τα πολυάριθμα αλληλοκαρφώματα Αστυνομίας Πόλεων και Χωροφυλακής, απόρροια της αντιπαλότητας των δύο σωμάτων που διατηρήθηκε ατόφια μέχρι την ενοποίησή τους στην τωρινή ΕΛ.ΑΣ. το 1984: αν θέλεις να πληροφορηθείς λ.χ. για τον δωσιλογισμό της Χωροφυλακής επί Κατοχής, μία από τις πιο εύγλωττες πηγές είναι η ημιεπίσημη ιστοριογραφία της Αστυνομίας Πόλεων, και τούμπαλιν.

Εξαιρετικά ευπρόσδεκτη υπήρξε, ως εκ τούτου, η πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου του Αχιλλέα Φωτάκη, που έσπασε το άβατο προσφέροντάς μας την πρώτη εξω-υπηρεσιακή καταγραφή κάποιων βασικών σελίδων αυτής της ιστορίας («Αστυνομία Πόλεων. Τα πρώτα βήματα στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου», Αθήνα 2022, εκδ. Θεμέλιο). Ξαναδουλεμένη μορφή της διδακτορικής διατριβής του που υποστηρίχτηκε το 2016, το βιβλίο παρακολουθεί την απόπειρα εκσυγχρονισμού των κατασταλτικών μηχανισμών του ελληνικού κράτους, από την ίδρυση της Αστυνομίας Πόλεων το 1920 μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκσυγχρονισμού που επιχειρήθηκε σε μια κρίσιμη συγκυρία, καθώς τα αστικά κέντρα απέκτησαν ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτική βαρύτητα μετά την επέκταση του ελληνικού κράτους το 1912-1913 και την έλευση σχεδόν δύο εκατομμυρίων προλεταριοποιημένων προσφύγων στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας.

Καθώς τα υπηρεσιακά αρχεία της ΕΛ.ΑΣ. παραμένουν κλειστά στην ιστορική έρευνα, ο συγγραφέας βασίστηκε σε δύο κυρίως κατηγορίες πηγών: στο προϋπάρχον σώμα ενδοϋπηρεσιακών αφηγημάτων, αφ’ ενός, και σε αδημοσίευτο αρχειακό υλικό από εγχώρια ιδιωτικά και βρετανικά κρατικά αρχεία, αφ’ ετέρου. Η σημασία αυτών των τελευταίων είναι προφανής, αφού η Αστυνομία Πόλεων ιδρύθηκε από τη Βρετανική Αστυνομική Αποστολή (που κάλεσε ο Βενιζέλος το 1918 να αναδιοργανώσει και να εκσυγχρονίσει τα ελληνικά σώματα ασφαλείας), κάτω από την επιτήρηση και κηδεμονία της οποίας και παρέμεινε μέχρι το 1932. Ακόμη πιο χρήσιμα αποδείχτηκαν όμως στην πράξη τα εύγλωττα υπηρεσιακά ντοκουμέντα που εντοπίστηκαν κυρίως στα προσωπικά αρχεία του Βενιζέλου κι αξιωματικών της Αστυνομίας (με πλουσιότερο εκείνο του Αριστοτέλη Κουτσουμάρη).

Η μελέτη αρθρώνεται σε δύο επίπεδα. Το θεσμικό, κατ’ αρχάς, με ανασύσταση του πλέγματος των υπηρεσιών που συγκροτήθηκαν στο πλαίσιο του επιχειρούμενου εκσυγχρονισμού –από την Τροχαία και το Ηθών ώς τους μηχανισμούς πολιτικής καταστολής. Ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ η εισαγωγή σύγχρονων μεθόδων στενής επιτήρησης του πληθυσμού, από τη σταθερή πρόσβαση της Αστυνομίας σ’ ένα διαρκώς αυξανόμενο τμήμα των πόλεων, μέσω της οργάνωσης συστηματικών περιπολιών και της συστηματοποίησης των δικτύων πληροφοριοδοτών, μέχρι τη θεσμική συγκρότηση μιας «αστυνομικής μνήμης» με την κατάρτιση ποινικού μητρώου και τη δακτυλοσκοπία. Η τελευταία είχε εισαχθεί πειραματικά το 1912 για τους ήδη φυλακισμένους· καθιερώθηκε επίσημα το 1919 κι επεκτάθηκε ραγδαία, εξαπλασιάζοντας τον αριθμό καταγεγραμμένων αποτυπωμάτων μέσα σε μια δεκαετία, από 40.000 το 1925 σε 247.000 το 1936.

Εξίσου ενδιαφέρον αποδεικνύεται το δεύτερο επίπεδο: μια ανατομία των κυριότερων μορφών εγκληματικότητας των αστικών κέντρων του Μεσοπολέμου, τις οποίες κλήθηκε να πατάξει το νέο σώμα. Ειδικά κεφάλαια αφιερώνονται έτσι σε ζητήματα όπως τα ναρκωτικά, η κρατική διαχείριση της πορνείας, η επιτήρηση και καταστολή του «εσωτερικού εχθρού», αλλά και η επιβολή μιας μοντέρνας «κανονικότητας» στο αστικό τοπίο (με απαγόρευση, μεταξύ άλλων, των νυχτερινών τραγουδιών). Κάποιες πτυχές αυτής της τελευταίας φαντάζουν μάλιστα τραγικά οικείες –όπως οι εκκενώσεις δημόσιων χώρων από τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες του 1922, οι συγκεντρώσεις των οποίων στιγματίζονται στον υπηρεσιακό και δημόσιο λόγο σαν «εστίες βρομιάς».

Διακηρυγμένος στόχος του επιχειρούμενου εκσυγχρονισμού ήταν η μετάβαση από την κατασταλτική επιβολή του νόμου με ωμή επίδειξη ισχύος (που συνήθιζε η Χωροφυλακή, με αποτέλεσμα συχνά ανθρώπινα θύματα και συνακόλουθο κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών) σε μια «έξυπνη» αστυνόμευση προληπτικού κυρίως χαρακτήρα, με αξιοποίηση επιστημονικών μεθόδων και στατιστικών στοιχείων. Η ταξικότητα των σχετικών χαρτογραφήσεων ομολογείται βέβαια παρεμπιπτόντως κι από τους ίδιους τους οργανωτές: η υπηρεσιακή καταγραφή των χρηστών ναρκωτικών σε ειδικό αρχείο, πληροφορούμαστε λ.χ. από μια έκθεση του Αρχείου Κουτσουμάρη, φακέλωσε μεν περίπου 1.000 άτομα «της εργατικής τάξεως», η υπηρεσία όμως «δεν απησχολήθη» διόλου με τους αντίστοιχους χρήστες «μεταξύ της τάξεως των ευπόρων» (σ. 149).

Εξίσου σχετικές θα αποδειχτούν και πολλές άλλες καινοτομίες, από το αρχικό άοπλο του σώματος (που εξοπλίζεται κανονικότατα το 1929) μέχρι τη χωροταξική οριοθέτηση του όλου εκσυγχρονισμού: στα περισσότερα αστικά κέντρα με «προβληματική» κοινωνική ή/και εθνοτική πληθυσμιακή σύνθεση (όπως το σύνολο των πόλεων της Βόρειας Ελλάδας, με προεξάρχουσα τη Θεσσαλονίκη, αλλά και καπνεργατικά κέντρα όπως το Αγρίνιο), η αστυνόμευση παρέμεινε εξαρχής στα χέρια της «παλιομοδίτικης» Χωροφυλακής.