ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η παταγώδης αποτυχία του μητσοτακισμού στους περισσότερους τομείς, ιδιαίτερα σε αυτούς της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων, θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια νέα αποτυχία του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος στην Ελλάδα. Αναντίρρητα, σε αντίθεση με τον σημιτισμό, ο «εκσυγχρονισμός» δεν ήταν αυτή τη φορά η προμετωπίδα της τωρινής κυβέρνησης. Ηταν, ωστόσο, μία σταθερά του κυβερνητικού λόγου και των κυβερνητικών πρακτικών. Υποτίθεται ο αντίπαλος, ο εχθρός, ήταν οι αρχαϊσμοί των εμμονικών άλλων, των κεντροαριστερών και ακόμη περισσότερο των «κρυπτοκομμουνιστών» συριζαίων.

Αναμφίβολα οι διαφορές ανάμεσα στα δύο εγχειρήματα είναι υπαρκτές. Ο σημιτικός λόγος ήταν «κεντρώος», στηριζόταν κοινωνικά στα αστικά στρώματα. Το μητσοτακικό εγχείρημα στηρίχτηκε σε ευρύτερο κοινωνικό σώμα, λαϊκών και αστικών στρωμάτων, που εκκινούσαν από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες και κάλυπταν ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, από την Ακροδεξιά ώς το «Κέντρο». Αυτό επέτρεψε στον Κ. Μητσοτάκη τα πρώτα δύο χρόνια της απόλυτης πολιτικής κυριαρχίας του να έχει έναν λόγο πολυσημικό, μεταβαλλόμενο ανάλογα με τη συγκυρία και το ακροατήριο: εθνικιστικό, λαϊκίστικο, φιλελεύθερο, φιλοευρωπαϊκό.

Οσο η μητσοτακική κυριαρχία κρατούσε, οργανώθηκε συστηματικά η αποικιοποίηση του κράτους, μια πρακτική απόκτησης ισχυρών συμμάχων με κρατικές παροχές, ο έλεγχος των αντιπάλων-ανταγωνιστών με αυταρχικές πρακτικές με αποκορύφωμα τις παρακολουθήσεις. Αυτά φαίνεται να φέρνουν τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Η πτώση είναι απτή, παταγώδης. Το διαφαινόμενο τέλος του σημερινού συστήματος εξουσίας δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η ζημιά έγινε, οι πληγές χαίνουν. Οι ανισότητες τεράστιες, η φτώχεια αγγίζει τρεις στους δέκα Ελληνες, η φυγή των νέων στο εξωτερικό συνεχίζεται, το δημογραφικό οξύνεται, η περιφέρεια ασθμαίνει. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού αντιμετωπίζει προβλήματα επιβίωσης και οντολογικής ασφάλειας, από τα ακρωτηριασμένα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα ώς τη διευρυνόμενη πελατειακή ευνοιοκρατία.

Πώς θα επουλωθούν οι πληγές; Η Ακροδεξιά, ενσωματωμένη εν πολλοίς σήμερα στην κυβέρνηση, όπως και σε άλλες χώρες, καραδοκεί. Οι λύσεις που προτείνει απλοϊκές αλλά αγγίζουν κόσμο. Παρέχουν μια κάποια ασφάλεια με τη δημιουργία θυτών και εχθρών σ’ ένα διεθνές περιβάλλον ανασφάλειας, με την ανάσυρση νοσταλγικών ταυτοτικών στοιχείων σ’ έναν κόσμο διαρκώς πολυπλοκότερο με νέα χαρακτηριστικά. Θεριεύει μάλιστα όταν ενσαρκώνεται από ικανούς δημαγωγούς όπως οι Λεπέν, Τραμπ, Μπολσονάρο.

Πέρα από την καθημερινή καταπολέμηση των δεινών αυτών είναι αναγκαίος ένας λόγος οραματικός. Με στόχο διπλό: να ενοποιεί τις καθημερινές πρακτικές των πολιτικών δυνάμεων που θα αναλάβουν τις τύχες της χώρας και να λειτουργεί ως οδοδείκτης στους πολίτες για μια καλύτερη κοινωνία, με στόχους και οράματα. Οραματικός λόγος δεν σημαίνει τη «μεγάλη θεωρία» των μεταμοντέρνων, ούτε την υπόσχεση μιας νέας κοινωνίας εκ του μηδενός, απαλλαγμένης αίφνης και με τη μία από όλα τα δεινά. Πρόκειται για ένα όραμα πραγματιστικό που οδηγεί τους πολίτες να σκεφτούν χωρίς να καλλιεργεί εκ προοιμίου ανεκπλήρωτες προσδοκίες και ψευδαισθήσεις. Ταυτόχρονα, δεν αυτοακυρώνεται όντας θολό, μη υλοποιήσιμο.

Ο πραγματιστικός οραματικός λόγος είναι αντίδοτο στην πολιτική τού βλέπω και κάνω, αντίδοτο σε μια τεχνοκρατική διακυβέρνηση υποτιθέμενων ειδικών, μια πολιτική ερήμην των πολιτών που δεν ιεραρχεί προβλήματα, μια συνήθης στις μέρες μας κυβερνητική πρακτική δήθεν εκσυγχρονιστική που στο τέλος θέλει να κριθεί από τους αριθμούς που προβάλλει. Η πολιτική και η διακυβέρνηση καταλήγουν έτσι να είναι δουλειά του κάθε υπουργού, άντε και του επιτελείου του. Αυτονόητα δεν είναι κακό η καταπολέμηση των καθημερινών προβλημάτων. Τουναντίον, χρησιμότατη και επιθυμητή, πολύ δε περισσότερο όταν αυτή εδράζεται στη γνώση της καθημερινότητας και των ανθρώπων που βιώνουν τα προβλήματα.

Αυτό όμως δεν φτάνει. Ο πραγματιστικός οραματικός λόγος βγάζει την πολιτική από το υπουργείο, εμπλέκει τους πολίτες. Θέτοντας οραματικούς στόχους όπως η δικαιοσύνη, η μείωση των ανισοτήτων, η μείωση της ανεργίας, ιδιαίτερα των νέων, η μείωση των έμφυλων διακρίσεων, ο πολιτικός αποκτά πυξίδα. Οι πρακτικές του εντάσσονται σ’ έναν ευρύτερο στόχο, νοηματοδοτούνται από αυτόν, αποκτούν ρυθμό και συνεκτικότητα και αποβλέπουν σ’ έναν σκοπό σαφή, ακρογωνιαίο για τις πολιτικές δυνάμεις που ασκούν την εξουσία και τους υποστηρικτές τους. Από την άλλη, οι κυβερνώντες λογοδοτούν γι’ αυτά που πρότειναν, όχι μόνο γι’ αυτά που προέκυψαν στον δρόμο. Τέλος, οι πολίτες ξέρουν τι ψηφίζουν και μπορούν να πουν αν και σε ποιο βαθμό αυτοί που στήριξαν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες, τα οράματά τους.

* καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών