Περισσότερες από 1.700 δολοφονίες περιβαλλοντικών ακτιβιστών καταγράφηκαν την τελευταία δεκαετία, κατά μέσο όρο ένας φόνος σχεδόν κάθε δύο ημέρες, σύμφωνα με νέα έκθεση της Global Witness. Την Τετάρτη, η περιβαλλοντική ΜΚΟ δημοσίευσε έκθεση που εκθέτει μερικές από τις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως σχετικά με την επενδυτική τους δραστηριότητα σε πολυεθνικές του αγροτοδιατροφικού συμπλέγματος που καταπατούν το φυσικό περιβάλλον για την κερδοφορία τους. Τα συνδυαστικά στοιχεία δείχνουν ότι πρόκειται για ένα πολυπλόκαμο κύκλωμα που εμπλέκει υπερεθνικούς οργανισμούς, κυβερνήσεις και κολοσσούς του χρηματοπιστωτικού συμπλέγματος, με θύματα τους τοπικούς πληθυσμούς και τα οικοσυστήματα.
Όπως αναφέρει η σημερινή έκθεση της Global Witness, οι περιβαλλοντικοί ακτιβιστές στις περιοχές που υπόκεινται σε περιβαλλοντική καταστροφή δολοφονούνται από ομάδες οργανωμένου εγκλήματος και τις δικές τους κυβερνήσεις. Τουλάχιστον 1.733 υπερασπιστές της γης και του περιβάλλοντος δολοφονήθηκαν μεταξύ 2012 και 2021, σύμφωνα με τα στοιχεία της περιβαλλοντικής ΜΚΟ με τη Βραζιλία, την Κολομβία, τις Φιλιππίνες, το Μεξικό και την Ονδούρα αποτελούν τις πιο θανατηφόρες χώρες.
Η διεθνής έκθεση της ΜΚΟ δημοσιεύεται κάθε χρόνο από το 2012, μετά τη δολοφονία του Τσατ Γούτι, περιβαλλοντικού ακτιβιστή από την Καμπότζη που συνεργάστηκε με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Global Witness, Μάικ Ντέιβις, στην έρευνα υποθέσεων παράνομης υλοτομίας. Συγκλονιστικό είναι το γεγονός ότι οι δολοφονίες σημείωσαν αριθμό ρεκόρ 227 το 2020, παρά την ιδιαίτερη συνθήκη της πανδημίας.
«Ο Γούτι μας οδήγησε να διερευνήσουμε μια σειρά από ερωτήματα. Ποια ήταν η παγκόσμια εικόνα, ποιες ήταν οι συνέπειες τέτοιων επιθέσεων και τι θα μπορούσε να γίνει για την αποτροπή τους;» γράφει ο Ντέιβις στην έκθεση.
Οι δολοφονίες έχουν επηρεάσει δυσανάλογα τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς και τις κοινότητες των αυτοχθόνων που ζουν εδώ και δεκαετίες στην καρδιά των παρθένων δασών που καταστρέφονται. Το 39% των θυμάτων προέρχονταν από αυτό το δημογραφικό στοιχείο, παρόλο που το ποσοστό αυτό αντιπροσωπεύει μόνο το 5% του παγκόσμιου πληθυσμού.
Οι εξορύξεις, η υλοτομία και οι βιομηχανικές αγροτικές δραστηριότητες ήταν οι πιο συνηθισμένοι παράγοντες που κρύβονταν πίσω από μία δολοφονία ακτιβιστή ή υπερασπιστή γης, όποτε γινόταν γνωστή η αιτία. Τα νούμερα της έκθεσης είναι πιθανό να είναι πολύ μεγαλύτερα στην πραγματικότητα, λέει η Global Witness, καθώς περιβαλλοντικοί ακτιβιστές και υπερασπιστές γης δολοφονούνται από εκτελεστές, εγκληματικές ομάδες και κυβερνήσεις που προστατεύουν την καταστροφική επέλαση εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων και των οικοσυστημάτων υπέρ της αγροτοδιατροφικής και τουριστικής βιομηχανίας., με τους θανάτους να συμβαίνουν συχνά σε οικοσυστήματα ζωτικής σημασίας για την αποτροπή των χειρότερων επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης.
Οι 200 άνθρωποι που σκοτώθηκαν το 2021 περιλάμβαναν οκτώ φύλακες στο εθνικό πάρκο Βιρούνγκα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, το οποίο αντιμετωπίζει την πρόσθετη απειλή εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου, η περιβαλλοντική ακτιβίστρια Τζοάνα Στάτσμπερι, η οποία πυροβολήθηκε έξω από το σπίτι της στην Κένυα, και ο Άνχελ Μίρο Καρτάχενα, ο οποίος πέθανε στην Κολομβία και ήταν ένας από τους 50 αγρότες μικρής κλίμακας που σκοτώθηκαν πέρυσι.
Ακόμη και δημοσιογράφοι δολοφονούνται
Τον περασμένο Ιούνιο, ο δημοσιογράφος Ντομ Φίλιπς, ο οποίος έγραψε εκτενώς για το ζήτημα για τον Guardian και τον Observer, και ο Μπρούνο Περέιρα ένας Βραζιλιάνος ειδικός σε απομονωμένες φυλές, θεωρείται δολοφονήθηκαν στην κοιλάδα Τζαβάρι στον Αμαζόνιο της Βραζιλίας και έκτοτε αγνοούνται. Ο Φίλιπς εργαζόταν πάνω σε ένα βιβλίο για τη βιώσιμη ανάπτυξη με τίτλο «Πώς να σωθεί ο Αμαζόνιος» και ο Περέιρα τον βοηθούσε κάνοντας συνεντεύξεις. Η έρευνα για τις δολοφονίες τους συνεχίζεται.
Η Ινδή περιβαλλοντολόγος Δρ. Βαντάνα Σίβα σημειώνει στον πρόλογο της έκθεσης:
«Δεν βρισκόμαστε απλώς σε μια κατάσταση κλιματικής έκτακτης ανάγκης. Βρισκόμαστε στα πρόθυρα της έκτης μαζικής εξαφάνισης, και αυτοί οι υπερασπιστές είναι μερικοί από τους λίγους ανθρώπους που στέκονται εμπόδιο. Δεν αξίζουν προστασία μόνο για βασικούς ηθικούς λόγους. Το μέλλον του είδους μας και του πλανήτη μας εξαρτάται από αυτούς».
Η μάχη ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή έχει σημειώσει και νίκες
Η έκθεση σημείωσε, ωστόσο, ότι υπήρξαν ορισμένες σημαντικές νίκες για τους περιβαλλοντικούς αγώνες κατά των πολυεθνικών. Στη Νότια Αφρική, πέρυσι, οι κοινότητες αυτοχθόνων από την Άγρια Ακτή του Ανατολικού Ακρωτηρίου της Νότιας Αφρικής κέρδισαν έναν πολύχρονο δικαστικό αγώνα ενάντια στην πολυεθνική Shell, αναγκάζοντας την εταιρεία να σταματήσει τις επιχειρήσεις αναζήτησης πετρελαίου σε περιοχές αναπαραγωγής φαλαινών. Η απόφαση επικυρώθηκε νωρίτερα αυτόν τον μήνα.
Τον περασμένο Μάιο, οι κοινότητες στο νησί Σανγκίχε, στην Ινδονησία, κέρδισαν μια αγωγή κατά εις βάρος εταιρείας που υποστηρίζεται από τον Καναδά που σχεδιάζει εξορύξεις χρυσού στο νησί τους, αφού μια προηγούμενη πρόκληση απορρίφθηκε για τεχνικούς λόγους.
Στη Λατινική Αμερική άνω από τα 2/3 των δολοφονιών
Πάνω από τα δύο τρίτα των δολοφονιών υπερασπιστών παρθένων δασών, ποταμών και άλλων οικοσυστημάτων μεταξύ 2012 και 2021 σημειώθηκαν στη Λατινική Αμερική, με 342 νεκρούς στη Βραζιλία και 322 στην Κολομβία. Στο Μεξικό, δολοφονήθηκαν 154 άτομα και στην Ονδούρα 117. Οι Φιλιππίνες ανήκουν επίσης στις προβληματικές χώρες, με 270 δολοφονίες ακτιβιστών.
«Αυτό είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα, αλλά συμβαίνει σχεδόν αποκλειστικά στον παγκόσμιο νότο», λένε οι συντάκτες της έκθεσης. «Η διαφθορά και η ανισότητα είναι οι δύο βασικότεροι παράγοντες που ευνοούν τις δολοφονίες. Για παράδειγμα, στη διαδικασία απόκτησης εκτάσεων γης, μπορεί να λαμβάνουν χώρα επενδυτικές συμφωνίες μεταξύ εταιρειών και διεφθαρμένων κυβερνητικών και κρατικών στελεχών.
Οι υπερασπιστές που προσφεύγουν στη δικαιοσύνη αντιμετωπίζουν αρκετές φορές περιπτώσεις διεφθαρμένων δικαστών που δωροδοκούνται. Αυτό οδηγεί στον τρίτο παράγοντα, που είναι τα υψηλά ποσοστά ατιμωρησίας. Οι υποθέσεις πολύ σπάνια ερευνώνται αξιόπιστα, δεν υπάρχει ενδιαφέρον να οδηγηθούν στη δικαιοσύνη οι υπεύθυνοι».
«Ευθύνη των κυβερνήσεων να δημιουργήσουν έναν ασφαλή χώρο»
Η έκθεση προτρέπει τις κυβερνήσεις να δημιουργήσουν έναν ασφαλή πολιτικό χώρο για τους υπερασπιστές του περιβάλλοντος και να προωθήσουν τη νομική ευθύνη των εταιρειών, συμβάλλοντας στη διασφάλιση μηδενικής ανοχής στη βία κατά των ακτιβιστών.
Οι κυβερνήσεις της Κολομβίας και των Φιλιππίνων δεν απάντησαν σε αίτημα του Guardian για σχόλιο, σχετικά με το υψηλό ποσοστό δολοφονιών. Η κυβέρνηση της Βραζιλίας είπε ότι οι υπερασπιστές του περιβάλλοντος και οι επικοινωνιολόγοι, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιογράφων, προστατεύονται από ένα εθνικό πρόγραμμα, στο οποίο μπορούν να ενταχθούν εθελοντικά.
