Μετά το «σκέφτομαι άρα υπάρχω» του Καρτέσιου, το συναίσθημα άρχισε να υποβαθμίζεται. Ο Σοπενάουερ, με τη σειρά του, το αντικατέστησε με το πιο δυναμικό «volo ergo sum» (βούλομαι άρα υπάρχω). Υστερα ήρθε ο Νίτσε, ο οποίος υιοθετώντας τις βασικές αρχές της φιλοσοφίας του Σοπενάουερ οδηγήθηκε στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος πρέπει να έχει απώτατο σκοπό της ζωής του να καλλιεργήσει τη βούλησή του για να υπερισχύσει πάνω στα πάθη του.
Και κάπως έτσι, τα παραμύθια τελείωσαν. Το ίδιο και οι έρωτες. Ομως στον τοίχο στο κέντρο της πόλης γιατί συνεχίζει να γράφει: «Εδώ δεν πεθάναμε από έρωτα, θα πεθάνουμε από την πείνα;»; Συγχέονται άραγε; Η επιβίωσή μας εξαρτάται από τα συναισθήματά μας τόσο όσο εξαρτάται από τα υλικά αγαθά; Μπορεί και όχι. Αλλά το ένα χωρίς το άλλο για πόσο ν’ αντέξει;
Στα παραμύθια το συναίσθημα περιγράφεται με εικόνες. Δεν ονοματίζεται. Το ίδιο συμβαίνει και με τον έρωτα για όσο διαρκεί. Νιώθεις την έξαψη, αλλά δεν βλέπεις το συναίσθημα. Μόνο οι αντιδράσεις μας σε αυτό ίσως τον προδίδουν.
Αντίθετα, η αγάπη είναι μεταχριστιανικό συναίσθημα. Εχει τις ρίζες της στο αρχαίο φιλέω-φιλώ από όπου προκύπτει και η γνωστή σε όλους μας «φιλία». Αρα, η αγάπη ή ο έρωτας είναι πιο συναρπαστική συνθήκη; Η αγάπη σίγουρα παρέχει μια ασφάλεια, ένα εκλογικευμένο περιβάλλον θαλπωρής. Ο έρωτας τα παίρνει όλα αυτά και τα σηκώνει. Είναι βαθιά επαναστατική πράξη, μέσα σε μια κοινωνία όπου το άγχος της καθημερινότητας σε βάζει στο τριπάκι να νοιάζεσαι απλώς για το πώς να τα βγάλεις πέρα.
Αν δώσουμε προσοχή, πολλά επαναστατικά τραγούδια είναι κατά βάση ή κατ’ ανάγκη ερωτικά. Η «1η Μαΐου» του Λοΐζου είναι τρανό παράδειγμα: «Μέσα στους δρόμους, μέσα στο πλήθος, τρέχω στους δρόμους, ψάχνω στο πλήθος, πού είν’ το κορίτσι που αγαπώ».
Απλά, η ρομαντική εποχή και οι ρομαντικοί καλλιτέχνες δημιούργησαν ενοχικά, κατ’ εμέ, σύνδρομα σε όλους εμάς που δεν είμαστε ιδιαίτερα φαν τους, με αποτέλεσμα ο έρωτας να έχει υποπέσει στα μάτια μας ως ένα ευτελές συναίσθημα. Στις ταινίες αλλά και στη σύγχρονη λογοτεχνία τη θέση του έχει πάρει μια κιτς πορνογραφία που την ονομάζουμε έρωτα, χωρίς να είναι. Επί της ουσίας, ο έρωτας πλέον εμφανίζεται είτε ως «απών» είτε ως «διαταραγμένος» για να πουλήσει. Και το ερωτικό υποκείμενο είναι σαν να στέκεται πάνω σε ερείπια.
Στα ερείπια αυτά είναι που ξεχάσαμε ότι κάποτε πιστέψαμε και στα παραμύθια, όχι στους πρίγκιπες και στα άσπρα άλογα, αλλά σε αυτό που συμβόλιζαν: την πορεία προς την ενηλικίωση. Ετσι, χωρίς αυτή την αφετηρία, το συναίσθημα υποβαθμίστηκε και η λογική πήρε το πάνω χέρι. Ομως μόνο με λογική και ψωμί κι ελιά δεν βγαίνει ο μήνας…
* πολιτική επιστήμονας, τραγουδοποιός
