ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Νοσεί η χώρα; Κατά κυριολεξία, ναι. Τώρα που βγαίνουν από το προσκήνιο οι τουρίστες, εισέρχεται πάλι ο κορονοϊός και η βολική υπόθεση της ατομικής ευθύνης. Νοσεί η χώρα στο πλαίσιο της συνοχής, των πεποιθήσεων και των κοινωνικών σχέσεων; Δυστυχώς και εδώ η απάντηση είναι, ναι. Παρά το ότι θα πρέπει να χρησιμοποιούμε με μεγάλη επιφύλαξη τις έννοιες της «παθογένειας» ή της «νοσηρότητας» όταν αναφερόμαστε στο κοινωνικό σώμα.

Στην περίπτωση που ισχύει -και εδώ ισχύει η κοινωνική σήψη- άλλο τόσο ισχύουν τα κοινωνικά αντανακλαστικά, είτε είναι θεσμικά είτε είναι άτυπα. Και σε αυτά εισέρχεται η ανάγκη κατανόησης των πραγμάτων. Ομως, δίχως να υπάρχει κάποια παραμυθητική βεβαιότητα ότι «αυτή θα είναι η τελευταία φορά» ή ότι δεν πρόκειται να επαναληφθεί κάτι ανάλογο. Τέλος, είναι πολιτική η υπόθεση του παιδοβιασμού και του κυκλώματος των εμπλεκομένων με την οποία σήμερα φρίττει το κοινωνικό σώμα; Και εδώ η απάντηση είναι, ναι, με την έννοια της πολιτικής ή του πολιτικού για λογαριασμό της συνολικής κοινωνίας και όχι για λογαριασμό της Ν.Δ. ή των λοιπών πολιτικών κομμάτων. Λ.χ., αυτό ήταν το νόημα του συνθήματος των φεμινιστριών του ’60, «το ιδιωτικό είναι και πολιτικό» στη διεκδίκηση της ισότητας των κοινωνικών ρόλων.

Ας δούμε λίγο το παζάρι -μερικών μόνον- εύπεπτων στερεοτύπων της υπόθεσης. Η κοινωνία αποδέχεται την έννοια της αποτελεσματικότητας και της επιτυχίας μέσα από το δόγμα του αόρατου χεριού. Η παραπάνω παραδοχή, σε πλείστες περιπτώσεις, οδηγεί σε αναποτελεσματικότητες για τις οποίες το αόρατο χέρι άλλοτε είναι άφαντο και άλλοτε μετατρέπεται σε γροθιά. Λ.χ., ποιο το μάθημα που εμπέδωσε, το τελευταίο μόνο διάστημα, το κοινωνικό σώμα; Εάν είσαι ισχυρός, πολιτικά ή οικονομικά, εάν έχεις διασυνδέσεις με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, τότε δεν κινδυνεύεις· το αμάρτημά σου παραγράφεται ή «αθωώνεσαι». Πολύκροτα σκάνδαλα, όπως χρηματιστήριο, Ζίμενς, λίστες Λαγκάρντ, Νοβάρτις κ.ά. καθώς και τα τελευταία -Λιγνάδη, υποκλοπών- έδειξαν ότι τα θεσμικά αντίβαρα και οι αντιστάσεις είτε κάμπτονται υπό το βάρος συμφερόντων, οικονομικής ή πολιτικής ισχύος, είτε μονίμως ορισμένοι «αιφνιδιάζονται» από τις αναθυμιάσεις της εκάστοτε σήψης.

Στον αντίποδα, όλοι έχουν καταναλώσει την «εικόνα» του φτωχού ή του κοινωνικά αδύναμου έναντι του πετυχημένου και του κοινωνικά ισχυρού. Εδώ η ταξική κατάσταση εκλαμβάνεται ως ειμαρμένη εις βάρος του φτωχού και όχι ως κοινωνικός στόχος προστασίας και βελτίωσης της θέσης του φτωχού ή του αδύναμου. Από την πλευρά του, το μιντιακό σύστημα υποθέτει ότι η συνταγή «δάκρυα, αίμα, σπέρμα» είναι το ασυναγώνιστο εμπόρευμα που -σε κάθε περίπτωση- θα γεμίσει το ταμείο. Και το γέμισμα του ταμείου, με τη σειρά του, εκλαμβάνεται ως απόδειξη επιτυχίας – με απόλυτη αδιαφορία για τις κοινωνικές συνέπειες.

Ο παιδοβιαστής-μαστροπός χρησιμοποίησε όλα τα παραπάνω «παραδεκτά» στερεότυπα. Δραστηριοποιήθηκε «κομματικά» για να κάνει τις δουλειές του – αδιαφορώντας για κάθε τι. Φωτογραφήθηκε με όλους και με όλα: από κληρικούς και ιεράρχες, εικόνες και σημαίες μέχρι ισχυρούς και γνωστούς πολιτικούς. Είχε φωτογραφηθεί ακόμα και με τον διοικητή του Αστυνομικού Τμήματος – ο οποίος κλήθηκε στη συνέχεια να τον συλλάβει. Ηταν κοινωνικά δραστήριος· μάλλον, είχε «όραμα» και για τη χώρα. Ασχολήθηκε με «φιλανθρωπίες» -με το αζημίωτο βέβαια- αλλά και με προμήθειες του Δημοσίου. Η συνταγή της επιτυχίας του, χωρίς ηθικούς και κοινωνικούς φραγμούς, ήθελε τα πάντα να είναι ένα επιπλέον «εμπόρευμα» που μπορεί να πουληθεί. Εδώ, το δωδεκάχρονο, ενός χαμηλού, φτωχού και αδύναμου κοινωνικού υπόβαθρου, ήταν ένα σίγουρο θύμα-εμπόρευμα. Η στενή οικογένεια του παιδιού, μάλλον, διάβαζε την ίδια ακριβώς συνταγή «επιτυχίας» με τον παιδοβιαστή-μαστροπό. Και το κύκλωμα είχε, βέβαια, πολλούς πρόθυμους και το ίδιο ευυπόληπτους πελάτες. Η σύζυγος του παιδοβιαστή ήταν εκλεγμένη διαμερισματική σύμβουλος και αναπληρώτρια πρόεδρος της 4ης κοινότητας του Δήμου Αθηναίων με τη δημοτική παράταξη «Αθήνα Ψηλά» του Κώστα Μπακογιάννη.

Το πολιτικό μότο της «φρέσκιας ματιάς με προοπτική και όραμα (…) για την Ελλάδα μας» απεδείχθη το πιο ψεύτικο, το πιο απάνθρωπο και πιο σκοτεινό που μπορεί να σκεφτεί ο νους του ανθρώπου· το πιο ταπεινωτικό και ντροπιαστικό «για την Ελλάδα μας». Η αναστολή (!) της κομματικής ιδιότητας του παιδοβιαστή ή η διαγραφή και η αποπομπή της κυρίας από το δημοτικό αξίωμα ελάχιστη αξία έχουν σε σχέση με την προσβολή που προκάλεσαν απέναντι στο κοινωνικό σώμα.

Αλλάζει ο πάγκος με τα στερεότυπα; Αλλάζει, αλλά πολύ δύσκολα. Είναι συλλογικό το στοίχημα. Θυμηθείτε την «Παράγκα» του Σαββόπουλου: «Κυράδες, φιλάνθρωποι παπάδες / εργολαβίες, ψαλμωδίες και καντάδες / Η Ευανθούλα κλαίει πριν να κοιμηθεί / την παρθενιά της βγάζει στο σφυρί…». Μισό αιώνα μετά, σαν να μην πέρασε μια μέρα.