Μόνο άβακα και κιμωλία δεν έβγαλε χθες στη Βουλή ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων Αδωνις Γεωργιάδης, προσπαθώντας να παρουσιάσει το 12% του ελληνικού πληθωρισμού σχεδόν ως επιτυχία της κυβέρνησης. Το επιχείρημα του υπουργού είναι ότι επειδή η Ελλάδα ξεκίνησε με αρνητικό πληθωρισμό την περίοδο της πανδημίας, οι δύο μονάδες υψηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι αναμενόμενες και πρέπει να θεωρούνται φυσιολογικές, αφού η σύγκριση γίνεται με τις χαμηλότερες τιμές και ότι σύντομα θα υπάρχει σύγκλιση με την Ε.Ε.
Στη δευτερολογία του μάλιστα θυμήθηκε τα ταλέντα του ως τηλεπωλητής και κραδαίνοντας ένα κουτί με παστίλιες για τον βήχα άρχισε να δίνει θεωρητικά παραδείγματα τιμών, εξηγώντας ότι «είναι απλά μαθηματικά, εκατό φορές σας το έχω πει», σαν να μιλάει σε ανεπίδεκτους μαθητές.
Αναφερόμενος στην πρωτοβουλία για το καλάθι του νοικοκυριού, με 50 προϊόντα με «αυξήσεις πιο χαμηλές από τον πληθωρισμό»», πρόσθεσε ότι θα ακολουθήσει νομοθετική θωράκιση σε επόμενο νομοσχέδιο, «κυρίως για να προστατεύσουμε και τις αλυσίδες από την έρευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού ως προς το αν αυτό παραβιάζει τους νόμους περί ανταγωνισμού». Μάλιστα δικαίωσε εμμέσως την κριτική των καταναλωτικών οργανώσεων που κάνουν λόγο για το «καλάθι της φτώχειας και της ανέχειας», λέγοντας ότι απευθύνεται στον «Ελληνα που πραγματικά δεν βγάζει τον μήνα», χτίζοντας «ένα υπόστεγο στη θύελλα».
Θέση για τη λίστα των 50 προϊόντων πήρε χθες η ΓΣΕΒΕΕ, λέγοντας ότι η πρωτοβουλία της κυβέρνησης δεν ανταποκρίνεται «στην αγανάκτηση που έχει προκαλέσει το κύμα ακρίβειας». Η ΓΣΕΒΕΕ κάνει λόγο για «μάχη εντυπώσεων που θέλει να προβάλει ότι η κυβέρνηση δεν στέκεται αμήχανη και παρεμβαίνει στην αγορά». Χαρακτηρίζει «ψευδαίσθηση το καλάθι του νοικοκυριού» και προβλέπει ότι «δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα γιατί ακόμη κι αν δεν γίνουν αυξήσεις σε εκείνα τα προϊόντα που θα τελούν υπό επιτήρηση, θα γίνουν μεγαλύτερες αυξήσεις σε συμπληρωματικά ή υποκατάστατα προϊόντα, για τα οποία δεν αξιολογείται η προστιθέμενη αξία τους για την ελληνική παραγωγή και οικονομία».
Τέλος, σημειώνει ότι «το μέτρο δεν προβλέπει απαγόρευση αυξήσεων, αλλά παρακολούθηση των τιμών, μετατοπίζοντας παράλληλα την αγοραστική κίνηση προς τις μεγάλες αλυσίδες σουπερμάρκετ».
