Στον δρόμο της λύσης μέσω Βρυξελλών, προκειμένου να τιθασευτούν οι τιμές στην ενέργεια, συνεχίζει να καταφεύγει η ελληνική κυβέρνηση. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η κυβέρνηση της Ν.Δ. απορρίπτει τη θέσπιση ανώτατης τιμής σε εγχώριο επίπεδο –όπως έχουν κάνει η Ισπανία και η Πορτογαλία– για να στηρίξει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που πλήττονται από την ακρίβεια… και με την προοπτική πως η κατάσταση θα επιδεινωθεί σημαντικά με την έλευση του χειμώνα.
Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιήθηκαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των υπουργών Ενέργειας της Ελλάδας, της Ιταλίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας και της Πολωνίας –με αντικείμενο την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών φυσικού αερίου– που είχαν ως αποτέλεσμα την αποστολή κοινής επιστολής προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Στην εν λόγω επιστολή ζητείται αφενός η επιβολή ενός πλαφόν στην αγορά χονδρικής του φυσικού αερίου, αφετέρου να προσδιοριστεί (μέσα από έναν ευρωπαϊκό Κανονισμό) ένας νέος δείκτης με τον οποίον θα συνδέεται η τιμή του φυσικού αερίου στα μακροχρόνια συμβόλαια.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κώστας Σκρέκας, χαρακτήρισε την κοινή επιστολή ως «ένα ουσιαστικό, θετικό βήμα στην προσπάθεια της Ευρώπης να αντιμετωπίσει από κοινού την ενεργειακή κρίση», εκφράζοντας παράλληλα την αισιοδοξία του πως οι τελικές αποφάσεις «θα ληφθούν έγκαιρα, ώστε η Ενωμένη Ευρώπη να στηρίξει αποφασιστικά τους πολίτες της ενόψει του δύσκολου χειμώνα που έρχεται».
Την ίδια στιγμή, πάντως, η προοπτική επιβολής πλαφόν απομακρύνεται όλο και περισσότερο εντός Ε.Ε., καθώς οι διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών παραμένουν, κάνοντας δύσκολη μια ορατή συναίνεση.
Από την πλευρά της, η Κομισιόν στέκεται στο πλευρό όσων διαφωνούν με το γενικευμένο πλαφόν. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση που έκανε η επίτροπος Ενέργειας Κάντρι Σίμσον, που δήλωσε ότι «δεν υπάρχει ακόμη αρκετή υποστήριξη για ένα ανώτατο όριο τιμών (πλαφόν)» και ότι «μπορεί να μη συμπεριληφθεί στην πρόταση της Τρίτης».
