Θα απαντήσω στο ερώτημα του τίτλου αφού προηγουμένως καταστήσω σαφές πώς δικαιολογείται αυτό το ερώτημα (στο οποίο αποκρυσταλλώνεται η πολιτική κρίση σήμερα) και αφού διευκρινίσω ορισμένες θεωρητικές παραμέτρους της σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας σχετικά με το πρόβλημα των κρίσεων στις Δημοκρατίες.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η Ελλάδα (η ελληνική πολιτική κοινωνία) μετά το τέλος των τεχνοκρατικών μνημονίων (της γνωστής μεθόδου για να αντιμετωπιστεί η δημοσιονομική κρίση) εξήλθε τραυματισμένη στο πολιτικό επίπεδο. Ως δημοκρατική κοινοβουλευτική πολιτική κοινωνία αποδεχτήκαμε και εγκρίναμε ένα υπερόργανο (το περιώνυμο Eurogroup) να αποφασίζει για τις τύχες μας! Και αυτό έγινε επειδή υπήρξε αριθμητική-ποσοτική αναντιστοιχία στα δημοσιονομικά μεγέθη. Αλλά τελικά, δεν είναι αυτό το θέμα μου σ’ αυτή την παρέμβαση. Αλλο θέλω να επισημανθεί και να εξετάσουμε, από κοινού, πώς και γιατί η Ελλάδα ως πολιτική κοινωνία σήμερα περνάει μια βαθιά δομική και λειτουργική κρίση στη συγκρότησή της ως δημοκρατικού πολιτικού συστήματος.
Στη διεθνή βιβλιογραφία της πολιτικής φιλοσοφίας όλοι οι επιστήμονες και στοχαστές εδώ και δεκαετίες εξετάζουν, αναλύουν και ερευνούν τα προβλήματα που σχετίζονται με τις κρίσεις της δημοκρατίας και του πολιτικού συστήματος εν γένει. Θα τολμούσα να υποστηρίξω ότι, τελικά, για κρίσεις μιλάμε μόνον όσοι ζούμε σε δημοκρατικά συστήματα. Οι άλλοι που υπερασπίζονται τα απολυταρχικά καθεστώτα κρίνουν πως οι αποφάσεις και οι πράξεις του ηγέτη τους εξασφαλίζουν τη σωστή λύση στα κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα.
Στην πολιτική φιλοσοφία έχουμε επεξεργαστεί σε βάθος τα προβλήματα της πολιτικής κρίσης. Μάλιστα έχουμε εκπονήσει και τη σχετική τυπολογία. Οπως, π.χ., πότε μιλάμε για κρίση πολιτικής νομιμοποίησης ή πότε έχουμε να κάνουμε με τη συστημική κρίση και πάει λέγοντας.
Μετά απ’ αυτές τις γενικόλογες αναφορές μου στο θεωρητικό κεφάλαιο περί πολιτικών κρίσεων, ας εξετάσουμε τώρα τι ακριβώς συμβαίνει στην Ελλάδα σ’ αυτή τη συγκυρία που ζούμε. Κατά την άποψή μου, η Ελλάδα ως πολιτική κοινωνία μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου των υποκλοπών (το οποίο έχει κωδικοποιηθεί ως Μητσοτάκης-gate) έχει βυθιστεί σε μια βαθιά δομική και λειτουργική πολιτική κρίση. Αυτό συμβαίνει επειδή η εκτελεστική εξουσία (επί του προκειμένου η διοικητική υπηρεσία της ΕΥΠ, που διατελεί υπό τον έλεγχο του πρωθυπουργού) επενέβη στη σφαίρα του συστήματος των πολιτικών δικαιωμάτων. Η παρακολούθηση του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, δεν είναι διαχειριστικό λάθος της ΕΥΠ, όπως παρουσιάζεται εδώ και καιρό στην πολιτική δημοσιότητα. Υποστασιοποιεί την ηγεμονική και αυθαίρετη επέμβαση της κυβερνητικής εξουσίας στη σφαίρα των δικαιωμάτων των πολιτών.
Εάν λοιπόν συμφωνήσουμε επ’ αυτού του ζητήματος, τότε μπορούμε να διερευνήσουμε τι είδους πολιτική κρίση περνάμε. Κατά την προσωπική, επιστημονική άποψή μου, περνάμε δομική και λειτουργική πολιτική κρίση. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι η καθιερωμένη δημοκρατική διάταξη και οργάνωση που γνωρίσαμε κατά την ιστορική φάση της μεταπολίτευσης έχει ανατραπεί. Φυσικά και δεν πρόκειται για κρίση τυπικής νομιμοποίησης στον βαθμό που η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαθέτει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο.
Από την άλλη όμως (και εδώ εντοπίζεται το δομικό σφάλμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη), θεσμοθετήθηκε το περιώνυμο «επιτελικό κράτος». Αυτό είναι το δεύτερο θέμα στην ανάλυσή μας. Επικεφαλής είναι και εξακολουθεί να προΐσταται ο πρωθυπουργός. Επιτελικό κράτος όμως σημαίνει το τέλος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός της χώρας μας αναγορεύεται σε «Βοναπάρτη», σε απόλυτο και ανεξέλεγκτο «ηγεμόνα»!
Εάν όσα καταγράφω, ως πολιτικός φιλόσοφος, σ’ αυτό το άρθρο μου ισχύουν, ερωτώ με τη σειρά μου: τι μπορούμε εμείς, οι πολίτες, να κάνουμε για να υπερβούμε τη δομική και λειτουργική κρίση της Δημοκρατίας μας; Η απάντησή μου και προς τον εαυτό μου και προς όλους μας είναι η εξής: αντίσταση με όλα τα νόμιμα μέσα για να απαλλαγούμε από το «καθεστώς Μητσοτάκη» που δημιούργησε τη δομική και λειτουργική πολιτική κρίση στη χώρα μας.
* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
