Ξαφνικά οι κορφές και οι κοιλάδες σείστηκαν κι ένας άνεμος, τόσο δυνατός που λες και θα ξερίζωνε το δάσος, πήρε άμμο και πέτρες και τις ανέβασε στροβιλίζοντας προς τον ουρανό. Την αμέσως επόμενη στιγμή, ξεκινώντας κάτω απ’ τα γόνατα του ηγεμόνα, λαμπάδιασε μια διαβολική φωτιά και το βουνό και η κοιλάδα φωτίστηκαν σαν να ’ταν μεσημέρι. Σηκώνοντας τα μάτια προς τη βασιλική μορφή, ο Σαϊγκιό είδε καταμεσής σ’ αυτό το φως ένα κατακόκκινο πρόσωπο. Τ’ αχτένιστα μαλλιά έφταναν ανακατωμένα μέχρι τα γόνατα. Απ’ τα μάτια φαινόταν μόνο τ’ ασπράδι. Κι η ανάσα του έβγαινε καυτή, βασανισμένη».
Είχα δει την ταινία «Ουγκέτσου Μονογκατάρι», ένα εξαιρετικά ατμοσφαιρικό φιλμ που σκηνοθέτησε το 1953 ο Κέντζι Μιζογκούτσι –ο σημαντικότερος κατά τον Γκοντάρ Ιάπωνας σκηνοθέτης– το οποίο δικαίως συγκαταλέγεται στις λίστες των κριτικών με τις δέκα καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το σκηνικό στην επαρχιακή, μεσαιωνική Ιαπωνία που οι ήρωες υπέφεραν από εμφυλίους και άλλα προσωπικά δεινά.
Πρόσφατα όμως διάβασα το βιβλίο που αποτέλεσε αφορμή γι’ αυτή τη σπουδαία ταινία, το βιβλίο του Ουέντα Ακινάρι, μιας σημαντικής μορφής των ιαπωνικών γραμμάτων που έζησε στην εποχή Εντό (1603-1868). Το «Ουγκέτσου Μονογκατάρι. Ιστορίες της σελήνης μετά τη βροχή» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αγρα σε μετάφραση του Στέλιου Παπαλεξανδρόπουλου και νομίζω πως πραγματικά αποτελεί εκδοτικό γεγονός.
Στο κατατοπιστικό και εξαιρετικά διεισδυτικό επίμετρό του ο μεταφραστής μάς εισαγάγει σε ένα λογοτεχνικό σύμπαν που μας είναι ελάχιστα γνωστό. Γιος αγνώστου πατρός και μιας πόρνης που τον έδωσε για υιοθεσία στην ηλικία των τεσσάρων ετών σε έναν έμπορο χαρτιού και λαδιού, τον Ουέντα Μοσούκε. Μεγάλωσε σε μια συνοικία της Οσάκα και έφτασε πολύ κοντά στον θάνατο όταν νόσησε από ευλογιά, με τον θετό του πατέρα να καταφεύγει στον ναό του Ινάρι της Κατζίμα ζητώντας προστασία.
Ο πεντάχρονος Ακινάρι θα γίνει καλά -με μόνο κουσούρι δύο μικρότερα από το κανονικό δάχτυλα- αλλά φαίνεται πως από τότε πίστευε πως αυτός που τον έσωσε ήταν ο θεός Ινάρι και αποφάσισε πως το υπερβατικό θα είναι μέρος της ζωής του και αργότερα θέμα των γραπτών του.
Οπως αναφέρουν οι πηγές, η συναίσθηση της σωματικής δυσπλασίας καθώς και η τάση προς τον μυστικισμό άσκησαν μεγάλη επιρροή στη διαμόρφωση της σκέψης του Ακινάρι, ενώ η αυτοσυνειδησία της διαφοράς από τους άλλους ανθρώπους δεν του δημιουργούσε μόνο σύμπλεγμα κατωτερότητας αλλά καμιά φορά και ανωτερότητας, εφόσον στο ιαπωνικό υποσυνείδητο και στο έργο του ο ανατομικά δύσμορφος θεωρείται ότι βρίσκεται πιο κοντά στον ουράνιο κόσμο από τους συνήθεις ανθρώπους.

Στις εννέα ιστορίες που περιέχονται στη συλλογή, το απόκρυφο ή το υπερφυσικό δεν χρησιμοποιείται από τον Ακινάρι απλά και μόνο για να τρομάξει ο αναγνώστης, αλλά και ως μια άλλη όψη της πραγματικότητας στη συνηθισμένη ανθρώπινη ζωή των ηρώων του. Η απιστία, η αδικία και άλλα ανθρώπινα ελαττώματα «πληρώνονται» σε αυτές τις ιστορίες από φαντάσματα ή δαίμονες που τους βασανίζουν.
«Ο πόθος του ερπετού» -που χρησιμοποιήθηκε και στην ταινία- ίσως είναι η πιο δυνατή από όλες τις ιστορίες που περιγράφει την ερωτική ιστορία ενός άντρα με μια όμορφη γυναίκα που αποδεικνύεται πως είναι ένα δαιμονικό φίδι.
Ξεχωρίζω τον «Ορκο της γιορτής των χρυσανθέμων» για την τόλμη του: ένας σαμουράι υποσχέθηκε να επιστρέψει στο σπίτι του εραστή του σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά δεν μπορεί να το κάνει και έτσι αυτοκτονεί για να μπορέσει το πνεύμα του να εκπληρώσει τον όρκο του.
Οπως και «Το σπίτι στην ερημιά» όπου ένας σύζυγος επιστρέφει στο σπίτι και ξανασμίγει για μια νύχτα με τη σύζυγο από την οποία έχει χωρίσει εδώ και χρόνια, μόνο για να ξυπνήσει και να ανακαλύψει ότι εκείνη έχει πεθάνει εδώ και καιρό. Από τις πολύ ωραίες ιστορίες και «Ο κυπρίνος που ήρθε στο όνειρό μου», ένας ζωγράφος-μοναχός νιώθει πώς είναι να είσαι κυπρίνος.
Το «Ουγκέτσου Μονογκατάρι. Ιστορίες της σελήνης μετά τη βροχή» είναι από τα βιβλία που δεν ξεχνά κανείς εύκολα.
