«Θρηνούμε βαθύτατα τον θάνατο μιας αγαπημένης μονάρχη και μιας πολυαγαπημένης μητέρας» ανέφερε στην πρώτη ανακοίνωσή του μετά τον θάνατο της 96χρονης βασίλισσας Ελισάβετ ο πρωτότοκος γιος της, μέχρι χθες το βράδυ πρίγκιπας-διάδοχος και πλέον βασιλιάς, Κάρολος Γ’. «Γνωρίζω», υπογράμμισε, «ότι η απώλειά της θα γίνει βαθιά αισθητή σε όλη τη χώρα, τα βασίλεια, την Κοινοπολιτεία και από αμέτρητους ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο».
Το γεγονός ότι η Ελισάβετ ήταν η μακροβιότερη μονάρχης στα χρονικά της Βρετανίας -γιορτάζοντας τον περασμένο Ιούνιο το πλατινένιο Ιωβηλαίο της για τα 70 χρόνια της στον θρόνο- σήμαινε για τον Κάρολο ότι έπρεπε να περιμένει να φτάσει στα 73 του για να αναλάβει τα «σκήπτρα» σε έναν αναχρονιστικό θεσμό σε κρίση.
Πρόκειται «μακράν για τη μεγαλύτερη αναμονή διαδοχής στην ιστορία της βρετανικής μοναρχίας», σχολιάζει ο Guardian. Ακόμη κι έτσι, πολλοί αμφισβητούν ότι ο ηλικιωμένος νέος βασιλιάς θα μπορέσει να αντεπεξέλθει στον ρόλο για τον οποίο προετοιμαζόταν από μικρός, αλλά αναλαμβάνει σε έναν κόσμο που έχει έκτοτε δραματικά αλλάξει. Για πολλές γενιές η Ελισάβετ ήταν μια σταθερά σε περιόδους κρίσης. Στέφθηκε με φόντο ένα σκηνικό καταστροφής που είχε αφήσει πίσω του ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εζησε τον Ψυχρό Πόλεμο, το Βrexit, τον εν εξελίξει νέο Ψυχρό Πόλεμο και πλείστα όσα σκάνδαλα στη βασιλική οικογένειά της.
Σε αντίθεση με την ίδια, ο Κάρολος ήταν σε πολλά από αυτά πρωταγωνιστής. Ο θυελλώδης γάμος και το διαζύγιο με την πριγκίπισσα Νταϊάνα, με φόντο την εξωσυζυγική σχέση του με την «αιώνια αγαπημένη» του -εφεξής «βασιλική σύζυγο»- Καμίλα Πάρκερ Μπόουλς. Ο τραγικός θάνατος της «θλιμμένης πριγκίπισσας», που ακόμη τροφοδοτεί σενάρια παλατιανής δολοπλοκίας.
Η καλλιέργεια αργότερα του προφίλ ενός «ακτιβιστή γαλαζοαίματου» δεν εκτόξευσε ιδιαίτερα τη δημοφιλία του Καρόλου. Αντιθέτως, τώρα τον βαραίνει η σκιά νέων σκανδάλων με «σκοτεινές» δωρεές σε φιλανθρωπικές οργανώσεις του, οι οποίες βρίσκονται στο επίκεντρο ερευνών…
Η ρήξη των δεσμών με τον δευτερότοκο γιο του, Χάρι, και οι κατηγορίες της νύφης του, Μέγκαν Μαρκλ, για μια ρατσιστική μοναρχία έρχονται να προστεθούν ως στίγματα στο βασιλικό προφίλ του. Οσο για τις πολιτικές παρεμβάσεις του, με πιο πρόσφατη και ηχηρή την αντίθεσή του στις «πτήσεις της ντροπής» για την εξορία προσφύγων και μεταναστών στη μακρινή Ρουάντα; Πλέον αναμένεται να χαθούν πίσω από την «ουδετερότητα» που απαιτεί ο βασιλικός του ρόλος. Σε κάθε περίπτωση, παρατηρεί ο Guardian, «ως μονάρχης του Ηνωμένου Βασιλείου και των 14 βασιλείων της Κοινοπολιτείας -από τον Καναδά έως την Αυστραλία- θα απαντήσει ένα ερώτημα που τον ακολουθούσε εδώ και δεκαετίες: Μετά από μια ζωή ρητών παρεμβάσεων στη δημόσια ζωή, τι είδους βασιλιάς θα είναι;».
Εν μέσω πάντως ενεργειακής κρίσης, οικονομικο-κοινωνικής αναταραχής, έκρηξης των ανισοτήτων και δραματικής πτώσης του βιοτικού επιπέδου, ολοένα και περισσότεροι εντός και εκτός βρετανικών συνόρων θέτουν άλλα, πιο καίρια ερωτήματα. Ενα από τα βασικά έχει να κάνει με τη χρηματοδότηση της βασιλικής οικογένειας από τα λεφτά των φορολογουμένων. Ενα άλλο με τους λόγους διατήρησης ενός παρωχημένου θεσμού, όπως αυτός της μοναρχίας, στον 21ο αιώνα. Και στα δύο ερωτήματα έχουν πάντως αρχίσει να απαντούν εμπράκτως το ένα μετά το άλλο τα εναπομείναντα βασίλεια της Κοινοπολιτείας, που είχαν ως αρχηγό κράτους τον Βρετανό μονάρχη, αλλά ανακηρύχτηκαν ή σχεδιάζουν να ανακηρυχτούν Κοινοβουλευτικές Δημοκρατίες, διαρρηγνύοντας τους δεσμούς με το Στέμμα και τη «μαύρη» εποχή της αποικιοκρατίας, στην οποία παραπέμπει.
