Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν μια καλειδοσκοπική προσωπικότητα που σημάδεψε τη ζωή του τόπου από τη δεκαετία του ’50 και μετά. Τα τραγούδια του συνδέθηκαν με τους δημοκρατικούς αγώνες, αλλά και με τους αγώνες της καθημερινής επιβίωσης, με το πάθος για ελευθερία, αλλά και με τον έρωτα. Αποτελούν άλλωστε σε πολλές περιπτώσεις μια αδιάσπαστη ενότητα με το έργο κορυφαίων ποιητών μας και μια ανεξάντλητη πηγή στην οποία η συντριπτική πλειονότητα των σύγχρονων Ελλήνων (και όχι μόνον Ελλήνων), ανεξαρτήτως ηλικίας, βιωμάτων και εμπειρίας, μπορεί να καθρεφτιστεί και να καθρεφτίσει προσωπικά της βιώματα – ακόμα και ακούσια.

Σκεφτείτε το κι εσείς. Δεν υπάρχει τουλάχιστον ένα τραγούδι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο με μια προσωπική σας στιγμή ή μια περίοδο της ζωής σας ώστε να είναι αδύνατον να το ακούσετε χωρίς να κάνετε τον προσωπικό σας απολογισμό, μια διαδρομή στη μνήμη; Η συνισταμένη τόσων πολλών διαδρομών είναι το κορυφαίο έργο του Μίκη. Μια ιστορική «σταθερά» που μας λέει πάντα από πού ερχόμαστε και πού θέλουμε να πάμε, με τις απαντήσεις που δίνει καθένας μόνος του στον εαυτό του.

Για την επέτειο του ενός χρόνου από τον θάνατο του Μίκη (στις 2 Σεπτεμβρίου του 2021), αυτές λοιπόν τις ξεχωριστές στιγμές που ανακαλούν εντός μας τα τραγούδια του, θελήσαμε να εντοπίσουμε. Οχι σε καλλιτέχνες που έχουν συχνή «επικοινωνία» με το έργο του. Αλλά σε μια πιο απρόβλεπτη «ομάδα», αυτήν που εξασκεί σήμερα την πολιτική στη χώρα μας. Αλλωστε, μια απλή ερώτηση όπως «ποιο είναι το τραγούδι του Μίκη που θεωρείτε ότι σας σημάδεψε;» μπορεί να είναι αποκαλυπτική. Είναι; Εσείς θα κρίνετε. Εμείς απλώς δημοσιεύουμε τις απαντήσεις που μας έδωσαν πρώην πρωθυπουργοί, πρόεδροι και γ.γ. κομμάτων, βουλευτές, μέλη του κυβερνώντος κόμματος ή της αντιπολίτευσης.

«Ποιος τη ζωή μου»

ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ, πρόεδρος ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.

Γεννήθηκα τέσσερις μέρες μετά τη μεταπολίτευση. Τα παιδικά μου χρόνια σημαδεύτηκαν από το κλίμα δημοκρατικής ανάτασης της εποχής μετά τη χούντα. Στις συζητήσεις στα οικογενειακά τραπέζια θυμάμαι ακόμα τις ιστορίες παρανομίας για τα χρόνια της χούντας, για τις εφόδους της αστυνομίας, για τις αντιστασιακές οργανώσεις και φυσικά για την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Τα «Τραγούδια του Αγώνα» του Μίκη, που τότε πρωτάκουσα, άπλωσαν στην παιδική μου φαντασία το σκοτάδι για το δράμα της Ελλάδας, αλλά και το φως εκείνων που αντιτάχθηκαν στη δικτατορία, αγνοώντας τον κίνδυνο για την ελευθερία τους και για την ίδια τους τη ζωή.

Ξεχώριζα από τότε και ακόμα με συγκινεί το τραγούδι «Ποιος τη ζωή μου», σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου. Είναι η απόγνωση εκείνου που τον έχουν κλείσει μες στα δίχτυα, η νύχτα που κύκλωνε τους ανθρώπους, αλλά και η προσμονή για «κείνον που ξέρει να μιλά/ που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει». Αυτό το «ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει» το τραγουδάω ακόμα από μέσα μου σε δύσκολες μέρες.


«Μάνα μου και Παναγιά»

ΓΙΑΝΗΣ ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ, γραμματέας του ΜέΡΑ25

Τραγούδι του Θεοδωράκη που με σημάδεψε: «Μάνα μου και Παναγιά»

Κάτι οι λιτοί στίχοι του Λειβαδίτη, κάτι η ατσάλινη φωνή του Μπιθικώτση, κάτι η μαεστρία του Χιώτη, κάτι το βαρύ βινύλιο εκείνου του δίσκου που είχαμε στο σπίτι πριν από τη χούντα (και τον οποίο ο πατέρας τον έκρυβε στη χούντα μέσα σε κάλυμμα από έναν δίσκο της Ντόιτσε Γκράμοφον), κάτι το ότι ήταν το πρώτο ελληνικό τραγούδι που έμαθα να παίζω στο πιάνο και το οποίο έπαιζα τις στιγμές της μεγάλης νοσταλγίας όλα τα χρόνια που ήμουν στο εξωτερικό, κάτι από όλα αυτά με κάνει να μην μπορώ να προσπεράσω το «Ο ήλιος ήσουν κι η αυγή…».


«Οι πρώτοι νεκροί» (Πάλης ξεκίνημα)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑΣ, γενικός γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας

Μεγάλωσα μέσα σε μια οικογένεια αγωνιστών, κομμουνιστών, με πορεία περίπου ίδια όπως εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του ΚΚΕ, του ΕΑΜ. Ηταν μια γενιά, η γενιά του Μίκη, που ανδρώθηκε μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου, που πολέμησαν με το όπλο στο χέρι μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ, έζησαν την απελευθέρωση από τους ναζί, ξαναβρέθηκαν στις μάχες του Δεκέμβρη του 1944, μέσα στον ΔΣΕ και στις φυλακές, τα στρατοδικεία, τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις, τις εξορίες.

Ετσι, μετά τον γυρισμό από την εξορία και τις φυλακές τη δεκαετία του ’50, δημιουργώντας οικογένειες και προσπαθώντας να επιζήσουν στο μετεμφυλιακό κράτος των διώξεων και του αντικομμουνισμού, ήρθαν σε επαφή με τα τραγούδια του Μίκη, τα έκαναν δικά τους, ήταν μέρος της δύσκολης ζωής τους, της χαράς και της λύπης τους. Φυσικό ήταν τα πρώτα τραγούδια που άκουσα να τραγουδάνε οι δικοί μου στις γιορτές μέσα στο σπίτι, στην αυλή του σπιτιού, στη γειτονιά στη Λαμία, στις παρέες, τη δεκαετία του ’60, να είναι τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, «Η Δραπετσώνα», «Το τραγούδι της ξενιτιάς» και τόσα άλλα. Το ίδιο γινόταν και στις ταβέρνες της Λαμίας, όπου πηγαίναμε οικογενειακώς τις Κυριακές. Στο τζουκ μποξ ο πατέρας μου έβαζε το «Βράχο βράχο τον καημό μου», το «Στρώσε το στρώμα σου για δυο», τα οποία ήταν και από τα λίγα που επιτρέπονταν να παίζονται στα τζουκ μποξ στις ταβέρνες. Αυτά ήταν και τα πρώτα ακούσματά μου από τη μουσική του Μίκη.

Αυτό όμως που μπορώ να πω ότι σημάδεψε τη γνωριμία μου με τον Μίκη ήταν η πρώτη διά ζώσης συνάντηση μαζί του, σε ηλικία 10 ετών, όταν η «Νεολαία Λαμπράκη» τον έφερε στη Λαμία για την πρώτη του συναυλία στην πόλη στο Δημοτικό Θέατρο, πριν από τη δικτατορία, με δήμαρχο της Λαμίας τον υποψήφιο της ΕΔΑ και του Κέντρου τότε, Αποστόλη Κουνούπη. Με το θέατρο να είναι ζωσμένο από την Αστυνομία και τους χαφιέδες να καταγράφουν τους συμμετέχοντες σ’ αυτήν, ιδιαίτερα τους «Λαμπράκηδες» που φορούσαν στο πέτο το σηματάκι με το Ζ το οποίο συμβόλιζε ότι ο Λαμπράκης ΖΕΙ!

Εκεί είδα για πρώτη φορά τον Μίκη να διευθύνει την ορχήστρα του μ’ εκείνα τα τεράστια χέρια να υψώνονται και ένα παράστημα που φάνταζε στα παιδικά μου μάτια δυσθεώρητο. Να διευθύνει κομμάτια από τον «Επιτάφιο», τη «Ρωμιοσύνη», την «Ομορφη πόλη», τη «Γειτονιά των αγγέλων» με τις εμβληματικές φωνές του Μπιθικώτση, της Φαραντούρη και άλλων και το θέατρο να σείεται από τα χειροκροτήματα και την ψυχική ανάταση που σκορπούσαν οι μελωδίες του Μίκη. Ο Μίκης, ξέρετε, είχε απίθανη μνήμη. Οταν λοιπόν πολλά χρόνια μετά του το ανέφερα (τη δεκαετία του 1990), θυμόταν πολύ καλά μέχρι και λεπτομέρειες από εκείνη τη συναυλία στη Λαμία.

Δε θα ξεχάσω επίσης αργότερα, φοιτητής στην Αθήνα, τις κασέτες που ανταλλάσσαμε παράνομα χέρι με χέρι το 1973, το 1974. Ετσι πρωτάκουσα τον «Ωρωπό», τα «Τραγούδια του Ανδρέα», την «Κατάσταση Πολιορκίας», τα «17 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» του Γ. Ρίτσου. Τα ακούγαμε μέσα στα σπίτια τα σκοτεινά βράδια πριν πέσει η χούντα, λίγο πριν πάρουμε τις παράνομες προκηρύξεις της ΚΝΕ και της αντι-ΕΦΕΕ και τις σκορπίσουμε στις γειτονιές της Αθήνας.

Φυσικά αξέχαστες μένουν και οι πρώτες μέρες μετά την πτώση της χούντας, με τις μαζικές διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας, με τους δρόμους της να αντιλαλούν από τα «Τραγούδια του Αγώνα», το «Πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες, οδηγοί της ελπίδας οι πρώτοι νεκροί», τις μεγάλες συναυλίες στον Λυκαβηττό και μετά στο Παναθηναϊκό Στάδιο, αλλά και σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. «Μικρός λαός και πολεμά, δίχως σπαθιά και βόλια, για όλου του κόσμου το ψωμί, το φως και το τραγούδι…».


«Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις»

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ, αντιπρόεδρος Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας

Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο τραγουδοποιός της Ρωμιοσύνης, ο μεγάλος καλλιτέχνης και ανθρωπιστής, άφησε παντοτινά και βαθιά το αποτύπωμά του στην παγκόσμια μουσική σκηνή, καθώς για πρώτη φορά στην ιστορία η υψηλότερη μορφή ποίησης διαπέρασε όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Με τη μουσική του εξέφρασε τους καημούς και τις ελπίδες ενός λαού, ζυμώθηκε με τις αγωνίες και τους αγώνες του για ελευθερία, ενώ ενέπνευσε επαναστάσεις και κινήματα.

Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ένα, γιατί με όλα του τα τραγούδια ονειρευτήκαμε, ερωτευτήκαμε και αγωνιστήκαμε για έναν καλύτερο κόσμο.

Η μουσική του, ιερή μυσταγωγία, λάβαρο ελευθερίας και προάσπισης της δημοκρατίας.

Αφουγκράστηκε την ψυχή μας και πότισε τα κύτταρά μας με την ήχο της μουσικής του.

Τα λόγια του, οι παροτρύνσεις και τα τραγούδια του στα μαύρα χρόνια της δικτατορίας ήταν όλα εκείνα που θέλαμε και είχαμε ανάγκη να ακούσουμε.

Ηταν όλα εκείνα που έπεφταν σαν βάλσαμο στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας.

Η γνωριμία και η εξοικείωση με το μουσικό του έργο, ορχηστρικό ή άλλο, είναι μια προσπάθεια ανάδευσης της μνήμης, των τόπων και των αισθήσεων. Είναι όλα εκείνα που καθρεφτίζουν τα μεγάλα ζητήματα και αιτήματα του περασμένου αιώνα, που, ωστόσο, κάποια από αυτά παραμένουν ζητούμενα.

Η μουσική και τα τραγούδια του Μίκη που είναι όλη η Ελλάδα, καθώς συμπυκνώνουν αξίες και εικόνες μιας ολόκληρης χώρας κι ενός λαού, δεν υπηρετούν το φαίνεσθαι, αλλά αναδίδουν προβληματισμούς, πραγματεύονται και αφηγούνται τις δράσεις και τις ζωές ανθρώπων σε διαφορετικές εποχές και ιστορικές περιόδους.

Οι ήχοι ενώνονται με τους στίχους και λειτουργούν ως γέφυρα για ένα ταξίδι μνήμης, αναμνήσεων και διαφυγής.

Εργα που ξεδιπλώνουν δημιουργικά τη φαντασία και δίνουν το έναυσμα για περιπλάνηση μέσα από εναλλαγές τοπίων, γεγονότων ή περιστατικών.

Αλλοτε πάλι αισθάνεσαι ανάλαφρα καθώς ακούς το «Βάρκα στο γιαλό», που η γητεύτρα θάλασσα σε προτρέπει με το κάλεσμά της και σου στέλνει χρώματα και αρώματα από τη «γλάστρα με ζουμπούλι και βασιλικό».

Η μουσική του που αγκαλιάζει τα μελοποιημένα ποιήματα είναι μαγική και γοητευτική και καθώς αιχμαλωτίζει τους στίχους, νιώθεις τις ανάσες του Ελύτη, του Ρίτσου, του Σεφέρη και του Νερούδα.

Η μουσική του φτερούγισε σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου και οι νότες του πέταξαν πάνω από στεριές και θάλασσες κάνοντας τη ζωή μας ομορφότερη.

Η ένωση των απλών ανθρώπων μέσα από τη μουσική του ήταν η δική του αμοιβή.

Το έργο του, αθάνατο, θα καθοδηγεί τις επόμενες γενιές και θα δίνει όραμα για εθνική ενότητα και σύμπνοια.


«Καημός»

ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, βουλευτής Αχαΐας του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, πρώην πρωθυπουργός, πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ

Τα τραγούδια του Μίκη με συνοδεύουν σχεδόν από τότε που άρχισα να μαθαίνω και να καταλαβαίνω τον κόσμο, τη ζωή. Και παρά το ότι είναι ιδιαίτερα έντονες οι εικόνες και οι αναμνήσεις από την περίοδο της δικτατορίας, όταν μαζί με τόσους άλλους Ελληνες και ξένους στην ξενιτιά, δημοκράτες, προοδευτικούς, τραγουδούσαμε τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, η πρώτη μου συνάντηση με τη μουσική του είναι την περίοδο των ανένδοτων αγώνων.

Θυμάμαι, μικρό παιδί, τις απέραντες ουρές αμαξιών στο ταξίδι από την Αθήνα προς την Πάτρα, για τις περιοδείες του Ανδρέα και του Γέρου της Δημοκρατίας. Σε ένα από τα πολλά αμάξια και εγώ, σε μια πορεία σχεδόν εξάωρη, με το αίσθημα μιας επικείμενης λύτρωσης, μιας νοσταλγίας για μια δημοκρατική χώρα, που όμως δεν είχε ακόμα γεννηθεί. Είχαμε το αίσθημα ενός πόθου, αλλά και ενός καημού. Αυτό είναι το τραγούδι που θυμάμαι, που με σημάδεψε: ο «Καημός». Τον τραγουδούσαμε στον δρόμο με τις πολλές στροφές, που το τραγούδι τις έκανε να μοιάζουν σαν ένας χορός σίγουρος στην κοινή μας πορεία.

Τα λόγια του «Καημού» ίσως για τον καθένα να σημαίνουν κάτι διαφορετικό. Αλλά όταν τα λέγαμε όλοι μαζί, έπαιρναν ένα άλλο νόημα, ενός κοινού πόνου, αλλά και μιας κοινής μοίρας.

Το τραγούδι αυτό θυμάμαι να το λέει με πάθος η Μελίνα σε αντιδικτατορικές εκδηλώσεις στο εξωτερικό. Αλλά και στη Σουηδία όπου βρεθήκαμε εκείνη την περίοδο της εξορίας, ο «Καημός» έπιασε βαθιές ρίζες στις συνειδήσεις των Σουηδών. Τόσο που σήμερα πια τραγουδιέται σε όλα τα σχολεία της Σουηδίας σαν δικό τους τραγούδι.


«Ασμα ασμάτων»

ΣΟΦΙΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ, υφυπουργός Τουρισμού

Ακούγοντας ξανά τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, νιώθεις πως τώρα περισσότερο από πριν πρέπει να τα ακούσεις ξανά, να διαβάσεις ξανά τις ιστορίες πίσω απ’ αυτά. Να θυμηθείς ξανά το έντονο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν και διαδόθηκαν.

Γιατί στην περίπτωση του Μίκη η Ιστορία γράφτηκε με τα τραγούδια του. Εγιναν κώδικας επικοινωνίας μεταξύ των νέων της εποχής αλλά και πρέσβεις στο εξωτερικό υπερβαίνοντας τα σύνορα της χώρας.

Στην επέτειο της απώλειάς του, φέρνουμε ξανά στη μνήμη τον Καλλιτέχνη, ανακαλούμε ξανά το έργο αλλά και την προσφορά του.

Και ίσως κάπως εγωιστικά σκέφτεσαι τι σε συνδέει με τα τραγούδια του ή το τραγούδι, πότε το πρωτάκουσες, τι σημαίνει για εσένα. Για εμένα λοιπόν ένα από τα τραγούδια που ξεχωρίζω πάντα είναι το «Ασμα Ασμάτων» από τον κύκλο τραγουδιών «Η μπαλάντα του Μαουτχάουζεν». Το πρωτάκουσα στην προετοιμασία σχολικής γιορτής μας στο 3ο Λύκειο Αμπελοκήπων. Και έμελλε να αποτελεί για εμένα, αλλά και κυρίως για τους αμέτρητους ακροατές αυτού, μια ισχυρή υπόμνηση για συνεχή μάχη για την ελευθερία και τη δημοκρατία εναντίον των φασιστικών και ναζιστικών αντιλήψεων, που δυστυχώς επιζούν ακόμα, αλλά και ανάγκη να μην ξεχαστούν οι θηριωδίες που οδήγησαν στο απόλυτο κακό.


ΘΟΔΩΡΟΣ ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, βουλευτής Βορείου Τομέα Αθηνών (Β1) Νέας Δημοκρατίας, πρώην υπουργός Επικρατείας

Ενας συνεσταλμένος έφηβος γράφει στίχους και καθώς η εποχή και ο τόπος είναι αυστηρών αρχών τσαλακώνει τα χαρτάκια και τα πετάει στον κήπο του σπιτιού. Ηταν τότε που η ευαισθησία είχε συνώνυμό της την αδυναμία. Ο μεγαλύτερος αδελφός όμως το αντιλαμβάνεται εγκαίρως. Κατεβαίνει στον κήπο και τα μαζεύει ένα προς ένα. Ξετυλίγει τα τσαλακωμένα αποκόμματα σκισμένα από μπλε σχολικό τετράδιο με διαγραμμίσεις και στο μυαλό του χορεύουν ήδη οι νότες που θα τα συνοδεύσουν όταν αργότερα τα μελοποιήσει και μας παραδώσει τους «Λιποτάκτες» το 1960.

Είναι ο Μίκης που διασώζει του στίχους του μικρότερου αδελφού του Γιάννη Θεοδωράκη. Και είναι από αυτό το έργο που επιλέγω το τραγούδι το οποίο με συνεπήρε μόλις το πρωτάκουσα. Δεν λέω με σημάδεψε, γιατί είναι τόσα πολλά τα έργα του Μίκη που μας σημάδεψαν όλους. «Χάθηκα»…

Μέσα στους δρόμους που μ’ έδεσαν για πάντα

Μαζί με τα σοκάκια, μαζί με τα λιμάνια».

Η πρώτη κιόλας στροφή με γειώνει με τη ζωή που έχω ζήσει μέχρι τη στιγμή που ακούω για πρώτη φορά το τραγούδι. Μέσα στους δρόμους που με έδεσαν για πάντα και χάραξαν τα παιδικά μου χρόνια. Στις επιλογές που έκανα στην εφηβεία. Στα σοκάκια, μικρά και ασφαλή από τον έξω κόσμο, αλλά μαζί και πνιγηρά στα στενά όριά τους. Και στα λιμάνια που πάντα είναι γεμάτα προσδοκία και όνειρα. Τα λιμάνια που μένουν άδεια όταν η ελπίδα αποπλέει και χάνεται στα κύματα αφήνοντας την αδρή γραμμή των οριζόντων να μετατρέπεται σε ανάμνηση μιας ζωής που αναζητώ και ξέρω πως δεν θα ζήσω γιατί…

Γιατί δεν είχα τα φτερά

και είχα εσένα Κατινιώ».

Εσένα που είσαι η ζωή που διάλεξα, η μικρή, η περιορισμένη και δεμένη στην υποχρέωση που μου κληροδοτήθηκε, γιατί η Κατινιώ είναι η αλυσίδα μου. Και πια μου μένει μόνο η ανάμνηση των ονείρων που έκανα, γιατί…

«Γιατ’ είχα όνειρα πολλά

Και το λιμάνι,

και το λιμάνι είναι μικρό

Γιατ’ ήμουν πάντα μόνος

Και θα ‘μαι πάντα μόνος».

Οι έξοχοι στίχοι του Γιάννη Θεοδωράκη περιγράφουν με τρυφερότητα, λεπταισθησία και αλήθεια το αίσθημα της μοναξιάς και της ματαίωσης των προσδοκιών και των ονείρων. Μέσα από έναν υπαρξιακό απολογισμό ο δημιουργός νιώθει να στενεύουν οι ορίζοντες του, να μην έχει ελπίδα και προοπτική, καταλήγοντας στην πικρή και ειλικρινή διαπίστωση: «Γιατ’ ήμουν πάντα μόνος και θα ‘μαι πάντα μόνος».

Γι’ αυτό μ’ αρέσει το «Χάθηκα» αλλά και για το αντίθετό του. Γιατί ανατρεπτικά θέλω να πιστεύω πως ο μόνος κρύβει μέσα του τη δύναμη του Μίκη. Δύναμη να φύγει από τα σοκάκια και να ανοιχτεί στους μεγάλους δρόμους. Να ταξιδέψει βγάζοντας φτερά και αποχαιρετώντας από ψηλά τα μικρά λιμάνια πετώντας πάνω από ανοιχτά πέλαγα. Γιατί ο μόνος δεν λογαριάζει κανένα… Ούτε εν τέλει την Κατινιώ. Αρκεί να το θέλει. Κι έτσι θέλω να νιώθω. Οχι τον συνεσταλμένο μόνο, αλλά τον μόνο που χάθηκε από τον μικρό κήπο του επαρχιακού σπιτιού και περπάτησε θριαμβευτής όλον τον κόσμο. Ο μόνος του Γιάννη και του Μίκη δεν είναι ο μόνος του Θερβάντες γιατί δεν έχει ψευδαισθήσεις, αλλά όνειρα και αυτογνωσία μαζί!


«Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου»

ΟΛΓΑ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗ, βουλεύτρια Α’ Αθήνας της Νέας Δημοκρατίας

Η αγάπη όλων των Ελλήνων για τον Μίκη Θεοδωράκη και το έργο του είναι αγάπη βιωματική, γι’ αυτό και θα μείνει αναλλοίωτη στον χρόνο. Με τη μουσική του ερωτευτήκαμε, ονειρευτήκαμε, ελπίσαμε σε ένα καλύτερο αύριο. Και αυτό θα συνεχίσουμε να κάνουμε για πάντα.

Κάποια όμως τραγούδια του τα αγαπάμε περισσότερο. Γιατί τα συνδέουμε με στιγμές ξεχωριστές, με κομμάτια πολύτιμα της ζωής μας. Το δικό μου αγαπημένο τραγούδι από το έργο του μεγάλου μουσικοσυνθέτη είναι το «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου». Ενα τραγούδι ερωτικό αλλά σίγουρα όχι μόνο αυτό. Η μουσική του σε ταξιδεύει από τη γαλήνη και την ειρήνη στην ένταση, το πάθος, την ελπίδα, τον έρωτα, και αντίθετα. Αυτή όμως είναι η ίδια η ζωή. Ενα διαρκές ταξίδι χαρμολύπης. Οι μαγικές νότες του Μίκη ντύνονται με τους στίχους του μεγάλου Νίκου Γκάτσου, που μιλάνε απ’ ευθείας στην καρδιά, και δίνουν το μήνυμα ότι η ελπίδα, το πάθος της προσμονής του έρωτα και της ένωσης νικούν τον φόβο, το σκοτάδι, την αδυναμία. Ενα τραγούδι που γεννάει αναμνήσεις, συγκινεί και παράλληλα δημιουργεί ελπίδα για τα καλύτερα που έρχονται. Ενα τραγούδι που αγάπησαν και ερμήνευσαν και οι Beatles τo 1963.

Ο μεγάλος Ελληνας Μίκης Θεοδωράκης άφησε μέσα από το ανεκτίμητο έργο του ένα διαρκές αποτύπωμα. Ο Μίκης συνδέθηκε με τις σημαντικότερες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας μας. Διοχέτευσε τη μουσική ιδιοφυΐα του καθολικά, αφού έγραψε όλα τα είδη μουσικής, όπως όπερες, συμφωνική μουσική, μουσική δωματίου, ορατόρια, χορωδιακή εκκλησιαστική, αλλά και μουσική για αρχαίο δράμα, θέατρο, κινηματογράφο, έντεχνο λαϊκό τραγούδι και μετασυμφωνικά έργα. Πάνω από όλα όμως, κατάφερε μέσα από τη μαγεία της μουσικής του να βάλει στα χείλη όλου του ελληνικού λαού, αλλά και πέρα από τα σύνορα, τους στίχους των μεγάλων Ελλήνων αλλά και ξένων ποιητών, εμπνέοντας όλους τους Ελληνες για την πατρίδα, την ελευθερία, αλλά και για τον έρωτα και την ελπίδα της ζωής σε χρόνια δύσκολα.


«Δρόμοι παλιοί»

ΕΦΗ ΑΧΤΣΙΟΓΛΟΥ, τομεάρχης Οικονομικών ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, βουλεύτρια Επικρατείας

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που είδα το εμβληματικό «Σέρπικο» του Σίντνεϊ Λουμέτ, μια ταινία που τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της πολιτικά ορθής κινηματογραφικής βιομηχανίας της Αμερικής.

Και πώς να ξεχάσει κανείς αυτή την ατμόσφαιρα παρακμής, τη σκοτεινή φωτογραφία, την ανυπέρβλητη ερμηνεία του Αλ Πατσίνο, την απόγνωση στο βλέμμα του που συγκλονίζει. Ακόμη περισσότερο όμως συγκλονίζει η τζαζ παραλλαγή του βασικού μουσικού θέματος της ταινίας, του περίφημου «Δρόμοι παλιοί» του σπουδαίου Μίκη Θεοδωράκη. Το «Alone in the Apartment» κατορθώνει να σχολιάσει με σπαρακτικό τρόπο την απομόνωση ενός ιδεολόγου αστυνομικού που στυλώνει τα πόδια του στη γη και αποφασίζει να αντισταθεί στη διαφθορά, τις απειλές θανάτου και τη συστηματική απαξίωση. Μια μουσική που καταφέρνει να φέρει σε απόσταση αναπνοής τον Αναγνωστάκη και τον Πατσίνο, τον Θεοδωράκη και τον Λουμέτ, το σινεμά και την ποίηση, την ηθική δικαίωση που προσφέρει η ανάγκη για δικαιοσύνη και το βαρύ τίμημα της μοναξιάς του αγωνιστή.

Αν σε όλα αυτά προσθέσεις ότι, μετά από σχεδόν 50 χρόνια, ένας ογδοντάχρονος Αλ Πατσίνο ακόμη μπορεί να σιγοσφυρίζει τη μελωδία, θεωρώντας τη μία από τις ομορφότερες που έχει ακούσει ποτέ, τότε η αξία της είναι και θα παραμείνει ανεκτίμητη, κι όλοι εμείς τυχεροί που την ακούμε και μας συγκινεί βαθιά.


«Αξιον εστί»

ΣΙΑ ΑΝΑΓΝΩ­ΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, τομεάρχης Πολιτισμού ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, βουλεύτρια Αχαΐας

Τραγούδια πολλά, εγκιβωτισμένα στην κοινωνία, στην ιστορία και τους αγώνες της, στη διαδρομή γενεών και γενεών στην Ελλάδα και τον κόσμο. Από αυτή την τεράστια πολιτισμική πλαισίωση της κοινωνίας από το έργο του Μίκη Θεοδωράκη είναι αδύνατον να ξεχωρίσω ένα τραγούδι. Ολα, μα όλα τα τραγούδια του, αποτελούν σφραγίδες ιστορικής διαδρομής. Δεν επιλέγω λοιπόν ένα τραγούδι. Επιλέγω ένα ολόκληρο έργο. Το «Αξιον Εστί»! Κοινότοπη μεν επιλογή, που αδικεί άλλα εμβληματικά έργα του, θεωρώ ωστόσο ότι με αυτό (μαζί με τον Επιτάφιο) μπαίνει ανεξίτηλα η μεγάλη σφραγίδα στον πολιτισμό της Ελλάδας: Μίκης Θεοδωράκης.

Η μελοποίηση της ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη είναι το πρώτο και προφανές επιχείρημα αυτής της επιλογής. Ενωσε με μοναδικό τρόπο τα νήματα που συνδέουν τον υψηλό πολιτισμό με τον λαϊκό και κατάργησε τα όρια, πολιτισμικά, κοινωνικά, ταξικά, στην Τέχνη. Στο παραπάνω προφανές επιχείρημα, αυτό που με συγκινεί προσωπικά είναι ότι, με τη βαθιά συνείδηση του αριστερού ανθρώπου, «χάρισε» σε μια ρημαγμένη και κατατρεγμένη κοινωνία το πολιτισμικό πλαίσιο για να τραγουδήσει την ιστορία της, τα πάθη της, τους αγώνες και τις προσδοκίες της. Της έδωσε τα πιο ισχυρά όπλα για να διεκδικήσει τη θέση της στην ιστορία και τον πολιτισμό. Ο Θεοδωράκης με το «Αξιον Εστί» δεν έκανε μια υψηλή μουσική μελοποίηση που ενδεχομένως θα μεταφερόταν και στον λαό, ακροατή αλλά αμέτοχο του υψηλού έργου. Τον τοποθέτησε μέσα στο έργο, τον έκανε πρωταγωνιστή, συμμέτοχο και συνένοχο, πρωταγωνιστή της ζωής του και της ιστορίας του τόπου του (του όποιου τόπου, όπου γης). Του πρόσφερε τα όπλα να ανυψωθεί και να ανυψώσει τραγουδώντας τις γενιές των αγώνων.

Επιλέγω, λοιπόν, το «Αξιον Εστί» ως τη μεγάλη τομή στην καρδιά και το μυαλό της κοινωνίας, ως το μέτρο ανάμεσα σε ένα πριν, αυτό του «υψηλού» πολιτισμού των λίγων απέναντι σε έναν «πολιτισμό του όχλου» που «κλαίει το ριζικό του», και ένα μετά: του πολιτισμού που γράφει ο λαός όταν του προσφέρονται τα όπλα. Αυτά τα αξεπέραστα όπλα έδωσε ο Μίκης. Και τα έδωσε μέσα από μια εμβληματική συνάντηση: ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Μάνος Κατράκης, ο βαρύτονος Θόδωρος Δημήτριεφ, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, μαζί με τους τέσσερις μουσικούς (Καρνέζη, Παπαδόπουλο, Διδίλη, Παπαγγελίδη) και το χορό («φωνές όπως τραγουδάμε στις παρέες», όπως είχε πει χαρακτηριστικά ό ίδιος ο Μίκης). Από αυτή την ιστορικών διαστάσεων συνάντηση ξεχωρίζω τον Κατράκη, αυτή την υποβλητική, «κόκκινη» φωνή των αριστερών επιζησάντων από τον κατατρεγμό, που ενοποιεί δωρικά τα πάθη, από το αλβανικό έπος, στην Αντίσταση, στον Εμφύλιο, στη Μακρόνησο μέχρι το «χαίρε», της «Δικαιοσύνης Ηλιε Νοητέ».

Αυτό το αξεπέραστο έργο, όπως και όλα τα έργα του Μίκη, θα παραμένουν ανατρεπτικά και γι’ αυτό εμβληματικά, όσο εγκιβωτίζονται στο πλαίσιο των αγώνων των κοινωνιών που αναζητούν τον Ηλιο της Δικαιοσύνης, όσο θα τραγουδιούνται από χείλη και καρδιές ανθρώπων που τους συνεγείρει η διεκδίκηση ενός δικαιότερου κόσμου. Γιατί το έργο του Μίκη δεν είναι μόνο για την Αριστερά. Είναι ωστόσο αμετάκλητα αριστερό έργο.


«Δρόμοι παλιοί»

ΝΑΣΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ, εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, βουλευτής Επικρατείας, δημοτικός σύμβουλος Αθηνών με την «Ανοιχτή Πόλη»

Σίγουρα δεν είναι καθόλου εύκολο να διαλέξεις ένα τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη. Από παιδιά διαρκώς συναντούσαμε παντού τις νότες του. Το «Αξιον Εστί» ήταν από τα πρώτα βινύλια που άκουσα σε ένα σπίτι που, όπως στα περισσότερα, οι μελωδίες του Μίκη έμπαιναν από το ραδιόφωνο και το πικάπ, χωρίς κανείς από την οικογένεια να έχει κάποια ειδική σχέση με τον κόσμο της μουσικής. Μεγαλώνοντας υπήρξε ένα τραγούδι του που από τότε που το πρωτάκουσα με «ταλαιπώρησε» πολλές φορές. Αυτό ήταν οι «Δρόμοι παλιοί». Το τραγούδι αυτό έχει επιστρέψει επίμονα πολλές φορές στο κεφάλι μου κι έχω βρει τον εαυτό μου να σιγοτραγουδάω τη μελωδία περπατώντας αργά το βράδυ στην Αθήνα. Η αγάπη μου για αυτό σίγουρα σχετίζεται και με το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη. Αλλά η μουσική έχει ερμηνεύσει τόσο δυνατά το ποίημα που πλέον δεν μπορείς να ανακαλέσεις τα λόγια μόνα τους, χωρίς να ακούς κάπου στο βάθος τον ψίθυρο της μελωδίας του Μίκη Θεοδωράκη.


«Το σφαγείο»

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, γραμματέας ΚΠΕ ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής

«Το σφαγείο» είναι για μένα το πιο εμβληματικό τραγούδι του αξέχαστου μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Ενα τραγούδι-φόρος τιμής στον Ανδρέα Λεντάκη, το ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς και συγκρατούμενο του Μίκη στο κολαστήριο της Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας. Οι στίχοι «χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα, μετρώ τους χτύπους, το αίμα μετρώ», συνοδεία της επιβλητικής μουσικής, τρυπούσαν σαν σφαίρες το μυαλό μου κάθε φορά που το άκουγα. Αργότερα, διαβάζοντας στο αυτοβιογραφικό του έργο «Το χρέος» τις περιγραφές για το πώς βίωσε ο Μίκης τα μαρτυρικά βασανιστήρια του Λεντάκη πίσω από τους τοίχους του κελιού 3, ήταν αποκαλυπτικές γιατί αυτό το τραγούδι έγραψε βαθιά στην καρδιά, όχι μόνο του Θεοδωράκη, αλλά ενός ολόκληρου λαού.