ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σταυρούλα Γ. Τσούπρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναφερόμενος ο πανεπιστημιακός καθηγητής Robert E. Scholes, στο βιβλίο του «Η Δύναμη του Κειμένου» (1985, Τυπωθήτω, 2005), στο μυθιστόρημα της Ursula K. LeGuin, «Το αριστερό χέρι του σκοταδιού» (1969) γράφει, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «[…] η LeGuin δουλεύει στις παρυφές του είδους της επιστημονικής φαντασίας που προσεγγίζει την –καθιερωμένη στην Αγγλία από τον Thomas More– διδακτική μορφή της ουτοπιστικής πεζογραφίας. […] Το τέχνασμα που τελειοποίησε ο More, χρησιμοποιώντας τη λέξη No-where [«Πουθενά», «Οὐδαμοῦ», Οὐ-τόπος] για να συλλάβει τις αδικίες του δικού του κόσμου, έχει εδώ προσαρμοστεί για σύγχρονους σκοπούς, τους οποίους ο More, εκείνος “ο άνθρωπος για όλες τις εποχές”, θα καταλάβαινε».

Η πράγματι εντυπωσιακή πορεία του πνευματικού τέκνου αυτού του διαχρονικού μυαλού, ενός λογοτεχνικού δημιουργήματος του οποίου οι απόηχοι ακούγονται ευκρινώς αιώνες τώρα, καθιστά, λοιπόν, μάλλον υποχρεωτική την ενασχόληση με την πρόσφατη επανέκδοσή του στη χώρα μας. Η πλασμένη στα λατινικά Utopia (στα ελληνικά η λέξη μαρτυρείται από το 1874) του Αγγλου φιλοσόφου, νομικού, πολιτικού, όπως και φλογερού καθολικού (η ανένδοτη αντίθεσή του προς τη Μεταρρύθμιση, όσο και προς την απόσχιση της Εκκλησίας της Αγγλίας από τη Ρώμη τον οδήγησε στον θάνατο δι’ αποκεφαλισμού) Sir Thomas More (1478-1535), χάριν του τίτλου του έργου του «De insula Utopia» (1516), είναι η ιδρυθείσα από τον Ούτοπο ιδανική πολιτεία, στα χνάρια εκείνης του Πλάτωνα, την οποία επισκέπτεται και συγκρίνει με τη σύγχρονή του αγγλική κοινωνία ένας φανταστικός ταξιδιώτης.

Εκ των μεγάλων ουμανιστών της Αναγέννησης, δίπλα στον Πετράρχη, τον Ερασμο, τον Τσόσερ, στην προσωπικότητα των οποίων συνέκλιναν τα χαρίσματα του πνευματικού δημιουργού και του δημόσιου λειτουργού, ο, και άγιος της Καθολικής Εκκλησίας όπως και, κατά πολλούς, πρόδρομος του κομμουνισμού, Θωμάς Μόρος ασκεί μέσω του αριστουργήματός του κοινωνική κριτική, εμπνεόμενος και αντλώντας από σύγχρονες και αρχαίες πηγές, θρησκευτικές και κοσμικές, όπως τα έργα των Amerigo Vespucci (σημειωτέον ότι ο βασικός ενδοκειμενικός αφηγητής/ ομιλητής και των δυο Μερών, Ραφαήλ Υθλοδαίος, υποτίθεται ότι είχε ακολουθήσει τον Βεσπούτσι στα ταξίδια του), Αγίου Αυγουστίνου και, οπωσδήποτε, Πλάτωνα. Ιδιαιτέρως, δε, αξιοσημείωτο, δεδομένης της συγκεκριμένης εποχής, είναι το γεγονός ότι βασικές αρχές της χώρας της Ουτοπίας (τι οξύμωρο!) είναι η θρησκευτική ελευθερία και η κοινοκτημοσύνη.

Οσο για τον χριστιανισμό, αν και γίνεται φανερή η δυσπιστία του συγγραφέα απέναντι σε πολλές από τις αρετές που πρέσβευε η Καθολική Ευρώπη, εξίσου φανερή είναι η περιγραφόμενη εφαρμογή πολλών άλλων, ουσιωδέστερων χριστιανικών διακηρύξεων από τους Ουτοπιανούς, ανεξαρτήτως της, πριν την άφιξη του Ραφαήλ και των συντρόφων του, άγνοιάς τους για τον ίδιο τον Χριστό. Οι Ουτοπιανοί δεν φοβούνται τον θάνατο (καθώς πιστεύουν στην επιβράβευση των αρετών και σε μια συνακόλουθη άφθαστη ευδαιμονία, που συνοδεύεται από μεγάλη στοργή εκ μέρους των νεκρών απέναντι στους αγαπημένους ζώντες), δεν μισούν την εργασία, εκτιμούν τη γνώση, περιφρονούν την επίδειξη, την πολυτέλεια και τον πλούτο. Εχουν εξαλείψει τη φτώχεια, τους λοιμούς και αποφεύγουν, όσο αυτό είναι δυνατόν, τους πολέμους.

Πέραν της κορυφαίας (από φιλοσοφικής όπως και από ψυχολογικής απόψεως) θεματικής επεξεργασίας, υπάρχουν επιπροσθέτως πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία αφηγηματικής τεχνικής. Επί παραδείγματι, η ενδοκειμενική αναφορά σε πόλεις των Κάτω Χωρών, όπως η Αμβέρσα και η Μπριζ, παραπέμπει στο γεγονός ότι το έργο του Thomas More εκδόθηκε στο τυπογραφείο του Dirk Martens, στην πόλη Aalst, κοντά στην Αμβέρσα (τότε, η τέχνη της τυπογραφίας μετρούσε μόνον μερικές δεκαετίες ζωής). Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζει η συγκειμενοποίηση του ίδιου του συγγραφέα και μάλιστα με το όνομά του και την πραγματική κοινωνική υπόστασή του.

Τα προαναφερθέντα στοχεύουν αναμφίβολα στην ισχυροποίηση της αληθοφάνειας του κειμένου, ιδίως ως πλαισίου το οποίο θα περιβάλει τη φανταστική διήγηση, έτσι ώστε και αυτή η τελευταία «να μπορεί να θεωρηθεί» ως αληθινή. Παράλληλα, κρατώντας ο συγγραφέας, εντός του κειμένου, τον ρόλο του ακροατή κυρίως, έχει τη δυνατότητα (την οποία και αξιοποιεί στο τέλος) να επιφυλαχθεί για κάποιες από τις πρακτικές των Ουτοπιανών, οι οποίες δεν τον βρίσκουν σύμφωνο.

Στο πρώτο Μέρος περιλαμβάνονται μέσω αλλεπάλληλων, περίπλοκων εγκιβωτισμών οι διορθώσεις που προτείνονται από τον Ραφαήλ Υθλοδαίο, προκειμένου η κοινωνική συμβίωση να γίνει δικαιότερη και αρμονικότερη, ενώ, στη συνέχεια, σχολιάζεται ευφυέστατα και διεξοδικά το ανέφικτον της αποτελεσματικότητας ενός σοφού συμβούλου, που θα επιχειρούσε να καθοδηγήσει ορθά έναν ηγεμόνα, σε μια παραλλαγή της αντίστοιχης Πλατωνικής ιδέας.

Το δεύτερο Μέρος, διπλάσιο σχεδόν σε έκταση, είναι η καταγραφή, «από τον Τόμας Μορ, πολίτη και υποδιοικητή του Λονδίνου», της αφήγησης του Ραφαήλ σχετικά με τη νήσο της Ουτοπίας και με όσα είδε και έμαθε εκεί κατά τη διάρκεια της πενταετούς παραμονής του: τους νόμους και τους θεσμούς της, την κοινωνική δομή, τον πολιτισμό, αλλά και τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά, όπως και τα σωματικά και πνευματικά γνωρίσματα των ανθρώπων της. Να σημειωθεί και η πιθανολόγηση της ελληνικής καταγωγής των Ουτοπιανών, ενώ ιδιαιτέρως αξιομνημόνευτη είναι η στρατιωτική πρακτική που εφαρμόζουν, προκειμένου να μη χάνονται στους πολέμους αθώοι, απλοί άνθρωποι, δικοί τους ή αντίπαλοι, αλλά να πληρώνουν, ακόμη και με τη ζωή τους, μόνον οι υπεύθυνοι, δηλαδή, οι ηγεμόνες και όσοι άλλοι συναποφασίζουν.

Δεν πρόκειται, βέβαια, για ένα εύπεπτο ή ευχάριστο κείμενο. Η πικρία, δε, που προκαλείται από την ανάγνωση σελίδων όπως οι τελευταίες, που μιλούν επί πραγματικού για τις άδικες και αχάριστες δημοκρατίες μας και για την καταραμένη ανθρώπινη αλαζονεία, είναι, δυστυχώς, το αποτέλεσμα της διαπίστωσης της άτεγκτης διαχρονικότητάς του.