ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ως «όπερα χωρίς πράξεις και χωρίς σκηνές […], σπονδυλωτό έργο με νησίδες που γεννιούνται η μία από την άλλη και όλες μαζί ακολουθούν τη ροή ενός ορμητικού ποταμού» περιγράφει στο έντυπο πρόγραμμα ο Αγγελος Τριανταφύλλου το έργο του «Μέσα χώρα».

Το έργο παρουσιάστηκε στην κεντρική σκηνή της ΕΛΣ. Σε αυτό που παρακολουθήσαμε, τη μουσική συνέθεσε ο Αγγελος Τριανταφύλλου, επάνω σε λιμπρέτο του Γιάννη Αστερή, την ενορχήστρωση υπέγραψε ο Μιχάλης Παπαπέτρου, τη σκηνοθεσία ο Νίκος Καραθάνος, τα σκηνικά οι Ελλη Παπαγεωργοπούλου & Σωτήρης Μελανός, τα κοστούμια ο Αγγελος Μέντης, τους φωτισμούς η Ελίζα Αλεξανδροπούλου και τα βίντεο ο Παντελής Μάκκας.

Η ιδιαίτερα σύνθετη, πολυπρόσωπη παραγωγή υλοποιήθηκε άψογα με τη στήριξη της δωρεάς του ΙΣΝ για την ενίσχυση της καλλιτεχνικής εξωστρέφειας της ΕΛΣ. Συμμετείχαν η Ορχήστρα και η Χορωδία της ΕΛΣ, καθώς επίσης η Διαπολιτισμική Ορχήστρα και η Χορωδία 65+ των Εκπαιδευτικών και Κοινωνικών Προγραμμάτων της ΕΛΣ και πληθώρα επαγγελματιών και ερασιτεχνών τραγουδιστών. Το όλο διηύθυνε ο αρχιμουσικός Ηλίας Βουδούρης. Παρότι ολοκληρωμένο από τις αρχές του 2020, το έργο παρουσιάστηκε με καθυστέρηση δυόμισι ετών, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού. Παρακολουθήσαμε την παράσταση στις 10/7/2022, αποκομίζοντας καλές, αλλά και αρκετά άνισες εντυπώσεις.

Η «Μέσα χώρα» είναι ένα ενδιαφέρον έργο –εγώ θα το ’λεγα κομμάτι μουσικού θεάτρου– υβριδικής δραματουργίας. Με μουσικά και σκηνικά/θεατρικά μέσα, εκφράζει την τραυματική συγκίνηση από τη συναίσθηση της ανθρώπινης θνητότητας, έτσι όπως αυτή φανερώνεται με τραγική πεζότητα στις ζωές τις δικές μας, αλλά, κυρίως, των ηλικιωμένων άλλων, στο πλαίσιο ατομικών μικροϊστοριών: ηλικιωμένων που στραγγίζουν από ζωή, χάνουν βαθμιαία τον κόσμο τους και φεύγουν αθόρυβα, μόνοι, από αρρώστιες ή ατυχήματα.

Για τον συνθέτη, αφορμή έμπνευσης υπήρξαν οι αγριευτικές περιπτώσεις «μοναχικών θανάτων» –«κοντόκουσι» που συμβαίνουν με τρομακτικά αύξουσα συχνότητα στη σύγχρονη Ιαπωνία. Φορέας της σπονδυλωτής δραματουργικής ροής του έργου είναι ένας άρρηκτος συνδυασμός στίχων, μουσικής και σκηνικής δράσης/εικόνας, που, δίχως να αναπαριστά την πραγματικότητα, αναφέρεται σε αυτήν ποιητικά και συμβολικά.

Παράξενα πνευματώδης και, συνάμα, συγκινητική, η ποίηση του Αστερή μελοποιήθηκε από τον Τριανταφύλλου εύστοχα και σωστά –επιτέλους δίχως παρατονισμένα ελληνικά!–, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην απήχηση της σύμπραξής τους. Ξένισε, ωστόσο, το γεγονός ότι η μουσική του τελευταίου ακούστηκε ενορχηστρωμένη από άλλον˙ ειδικά όταν η ενορχήστρωση ήταν αυτή που γεννούσε το ειδοποιό στίγμα μουσικά και τις ψυχολογικά βαρύνουσες ατμόσφαιρες. Τελικά, σε ποιον οφείλεται η συγκίνηση και η ταυτότητα της μουσικής, στον συνθέτη ή στον ενορχηστρωτή; ‘Η και στους δύο, οπότε λογίζονται συνδημιουργοί; Το ερώτημα δεν προσπερνιέται αβασάνιστα.

Τα πάντα, μουσική μορφή, γραφή, ενορχήστρωση, μουσική και θεατρική δραματουργία έφεραν φανερές καταβολές σε κυρίαρχα καθιερωμένα, αναγνωρίσιμα πρότυπα (Κρίστοφ Μαρτάλερ, μινιμαλιστές, Μπιλ Βαϊόλα, Φίλιπ Γκλας, Μίκης Θεοδωράκης, παραδοσιακό τραγούδι κ.λπ.), σε βαθμό που ο ενημερωμένος θεατής να καταλήγει να αντιμετωπίζει το όλο ως λειτουργικό συμπίλημα. Από μόνο του αυτό δεν υπήρξε απαραίτητα ούτε κακό ούτε καλό: παρότι όχι πρωτότυπο, καθοδήγησε τους μηχανισμούς πρόσληψης σε δοκιμασμένες, οικείες διαδικασίες νοητικής και συγκινησιακής αποκωδικοποίησης, καθιστώντας την παρακολούθηση εύκολη, άμεση και αβίαστη.

Το αποτέλεσμα ήταν αισθητικά φροντισμένο και συγκινησιακά λειτουργικό στην υλοποίησή του –μείζον προσόν!–, παρότι κάποιες σκηνές υπήρξαν επιτυχέστερες άλλων. Το όλο διαπερνούσαν ισχυρές δόσεις πικρού, «μαύρου» χιούμορ που έδενε σε ξαφνιαστικές ισορροπίες με την πένθιμη θεματική, δημιουργώντας άλλοτε κυνικά πεζούς συνειρμούς (π.χ. η σπιντάτη «ξερή» των τριών θανάτων) και άλλοτε καθαρτικά επικήδεια τρυφερότητα (το προσκλητήριο/αποχαιρετισμός όλων όσοι έφυγαν από το σόλο της τρομπέτας).

Οχι απροσδόκητα, λόγω της δεσπόζουσας μουσικής αυτονομίας του χαρακτήρα τους, οι ενότητες με αυτούσιο «ελληνικό» τραγούδι («Τραγούδι κάτω απ’ το αιώνιο δένδρο»/Πασπαλά, «Εξοδικό του νερού»/Γιαννάτου) και αυτούσιο (νέο)παραδοσιακό («Προπόσεις») έδεσαν λιγότερο λειτουργικά με τον κορμό του υπόλοιπου έργου, όπου η μουσική δραματουργία ήταν αφανώς και άρρηκτα συνυφασμένη με τη δράση. Σε κάθε περίπτωση, ήταν μια παράσταση ισορροπημένη, βαθιά συγκινητική και ενδιαφέρουσα, που άγγιξε ένα πικρό θέμα/ταμπού και που σίγουρα αξίζει να παρουσιαστεί ξανά και αλλού.