ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Ψαρράς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ειπώθηκαν και γράφτηκαν πολλά για τις αντιδράσεις που προκάλεσε η απόφαση του δικαστηρίου να χορηγήσει αναστολή έκτισης ποινής στον Δημήτρη Λιγνάδη μετά τη βαριά καταδίκη του για βιασμούς δύο ανηλίκων. Το μόνο που δεν έχει προσεχτεί ιδιαίτερα είναι ότι αυτή η αντιπαράθεση που προκλήθηκε από τη δικαστική απόφαση συνδέεται κατά αναπάντεχο τρόπο με όσα ακολούθησαν μια εντελώς άσχετη δικαστική απόφαση, δηλαδή την κατάληξη της πρωτοβάθμιας δίκης για την εγκληματική ναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή.

Το θύμισε την Τρίτη στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων που δικάζει αυτή την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, συνήγορος του Ιωάννη Λαγού. Σύμφωνα με τον παλαίμαχο εθνικοσοσιαλιστή, «ο Λαγός υφίσταται καταπίεση διότι η πρωτόδικη δίκη ήταν πολιτική», κάτι το οποίο προκύπτει κατά τη γνώμη του από τη δήλωση της Προέδρου της Δημοκρατίας και την ανακοίνωση του τότε προέδρου της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων κ. Σεβαστίδη, «που είπε ότι νίκησε η δημοκρατία και νικήθηκε ο φασισμός». Και πρόσθεσε ο Πλεύρης, ειρωνευόμενος την κυρία Σακελλαροπούλου: «Πολιτικοποιήθηκε η δίκη από αυτήν την… πώς την λένε, την Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Για τον Λιγνάδη, η ίδια ανακοίνωσε ότι δεν πρέπει να σχολιάζουμε τις δικαστικές αποφάσεις».

Είναι γεγονός ότι, μετά την έκδοση της ιστορικής αυτής απόφασης για τη Χρυσή Αυγή, τοποθετήθηκαν με πολιτικές δηλώσεις οι εκπρόσωποι όλων των κομμάτων, τα οποία εξάλλου συμμετείχαν στη μεγάλη παλλαϊκή αντιφασιστική συγκέντρωση έξω από το κτίριο του Εφετείου στις 7 Οκτωβρίου 2020. Η «Εφ.Συν.», μάλιστα, είχε κυκλοφορήσει το προηγούμενο Σάββατο (3.10.2020) με ένα πρωτοσέλιδο που ξένισε πολλούς, αλλά κατά τη γνώμη μου είχε εξαιρετική συμβολική αξία. Κάτω από τον τίτλο «Το τείχος της δημοκρατίας» διατύπωναν τις απόψεις τους για την ολοκλήρωση της δίκης ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Τσίπρας, οι πολιτικοί αρχηγοί Γεννηματά, Κουτσούμπας, Βαρουφάκης και ο πρώην πρωθυπουργός Σαμαράς. Οι τοποθετήσεις τους υπήρξαν βέβαια αποκλίνουσες, αλλά η συνισταμένη κοινή.

Οι κατηγορούμενοι χρυσαυγίτες αιφνιδιάστηκαν από την απόφαση. Είχαν επαναπαυθεί στην απαλλακτική πρόταση της εισαγγελέως. Η ενιαία υπεράσπισή τους, πάντως, δεν αμφισβήτησε ούτε στιγμή την ακεραιότητα της έδρας και βρέθηκε μπροστά σε αδιέξοδο. Εμφανίστηκε τότε ο Πλεύρης, ο οποίος ανέλαβε να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά μετά την έκδοση της απόφασης και προτού επιμετρηθούν οι ποινές. Στήριξε όλη την επιχειρηματολογία του στον ισχυρισμό ότι «παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας» των κατηγορουμένων και κατά συνέπεια η απόφαση είναι άκυρη.

Είναι γνωστό ότι μετά την αποτυχημένη του απόπειρα να αλλάξει η σύνθεση του δικαστηρίου κατέθεσε αγωγές τόσο εναντίον της Προέδρου της Δημοκρατίας όσο και εναντίον τριών πολιτικών κομμάτων (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝ.ΑΛΛ., ΚΚΕ), με την κατηγορία ότι «αδιστάκτως ενεργούντα, παρεβίασαν διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά τρόπον βάναυσον, δημοσίως και προκλητικώς με τρεις συγκεκριμένους τρόπους, ήτοι: α) με επισήμους ανακοινώσεις-δηλώσεις των, β) με συγκεντρώσεις εγκαθέτων οπαδών των, γ) με ομιλίας τηλεοπτικάς ή εντός του κοινοβουλίου».

Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι το μόνο κόμμα εναντίον του οποίου δεν στράφηκε ο κ. Πλεύρης ήταν η Ν.Δ. και ο μόνος πολιτικός αρχηγός που εξαιρέθηκε από τις αγωγές του ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η σχετική δήλωση του πρωθυπουργού για την απόφαση του δικαστηρίου υπήρξε ταυτόσημη με τη δήλωση της κ. Σακελλαροπούλου: «Η δημοκρατία νίκησε». Προφανώς εδώ επικράτησε το «πατρικό φίλτρο» του Πλεύρη που δεν θέλησε να δημιουργήσει προβλήματα στον γιο του, ο οποίος δεν είχε ακόμα υπουργοποιηθεί από τον κ. Μητσοτάκη.

Αλλά αυτή η σκόπιμη παράλειψη μαρτυρά ότι ούτε ο ίδιος θεωρούσε σοβαρό αυτό το επιχείρημα. Εξάλλου, το περιεχόμενο της αγωγής εναντίον της Προέδρου της Δημοκρατίας είναι αποκαλυπτικό: το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου επιχειρεί να αποκρούσει τη φράση της κυρίας Σακελλαροπούλου ότι «η χώρα μας έχει μακρά δημοκρατική παράδοση». Ο Πλεύρης απαντά με το επιχείρημα ότι στην αρχαία Αθήνα «αι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα ψήφου και η κυρία Σακελλαροπούλου ούτε δικαστής θα ανελάμβανε ούτε πολιτικό αξίωμα θα κατείχε».

Βέβαια τα επιχειρήματα αυτά δεν έσωσαν τον εντολέα του. Και όταν τα επικαλέστηκε στο Ευρωκοινοβούλιο, το αποτέλεσμα ήταν να του αρθεί με συντριπτική πλειοψηφία η ασυλία και να οδηγηθεί στις φυλακές των Βρυξελλών, από όπου ο ίδιος παρακάλεσε να μεταφερθεί στην Ελλάδα.

Ο Πλεύρης βέβαια δεν είχε δίκιο. Δεν παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας ενός καταδικασμένου σε πρώτο βαθμό, αν σχολιαστεί με οποιονδήποτε τρόπο η δικαστική απόφαση. Και ούτε βέβαια το τεκμήριο αθωότητας επιβάλλει στο πρωτόδικο δικαστήριο να αναστέλλει την έκτιση της ποινής των καταδικαζόμενων. Ωστόσο με την παρατήρησή του αυτή ο Πλεύρης εντοπίζει –και επιχειρεί να αξιοποιήσει υπέρ του Λαγού– την πραγματική αντίφαση που ζούμε αυτές τις μέρες. Τα στελέχη της κυβέρνησης, τα φιλικά τους μέσα ενημέρωσης και η ίδια η Πρόεδρος της Δημοκρατίας αμφισβήτησαν το δικαίωμα πολιτών, φορέων και μέσων ενημέρωσης να επικρίνουν δικαστικές αποφάσεις –εν προκειμένω την αναστολή έκτισης ποινής του Λιγνάδη– με την αναφορά ότι «η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Ασφαλώς η περίπτωση της δίκης της Χρυσής Αυγής είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη του Δημήτρη Λιγνάδη, αλλά και στις δύο περιπτώσεις είναι εύλογο τόσο το ενδιαφέρον των πολιτών όσο και η ανάγκη να εκφραστεί η θετική ή αρνητική κρίση για τις σημαντικές αυτές αποφάσεις. Στην πρώτη περίπτωση είναι δεδομένο ότι, αν δεν υπήρχε ο λαϊκός ξεσηκωμός μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, τα ανακλαστικά των κρατικών μηχανισμών θα αρκούνταν σε ένα ακόμα κυνήγι «φυσικών αυτουργών» και η Δικαιοσύνη δεν θα αναζητούσε τα συνταραχτικά ενοχοποιητικά στοιχεία που αποκαλύφθηκαν για την εγκληματική ναζιστική οργάνωση.

Από την άλλη μεριά, τα εγκλήματα που φέρεται ότι διέπραξε ο Λιγνάδης δεν θα έφταναν ποτέ σε δικαστήριο αν δεν είχε προηγηθεί το διεθνές απελευθερωτικό κίνημα που εκφράστηκε και στη χώρα μας και βοήθησε τα θύματα να βρουν το κουράγιο να μιλήσουν.

Οσοι επικρίνουν, λοιπόν, σήμερα τον σχολιασμό της αναστολής της ποινής Λιγνάδη έρχονται σε ευθεία αντίθεση με όσα έλεγαν τον Οκτώβριο του 2020. Και άθελά τους παρέχουν ένα ανέλπιστο χέρι βοηθείας στους καταδικασμένους ναζιστές.