Ναζιστικά τατουάζ και ανάλογα σχόλια στα κοινωνικά δίκτυα. Γνωστός στις Αρχές για παράνομη κατοχή όπλου. Πρωταγωνιστής σε επιθέσεις ομάδων κρούσεων της Ακροδεξιάς εναντίον ηγετών των περονιστών. Ο 35χρονος Φερνάντο Αντρέ Σαμπάγκ Μοντιέλ, που την περασμένη Πέμπτη αποπειράθηκε να δολοφονήσει την αντιπρόεδρο της Αργεντινής Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρτσνερ, δεν είναι ένας μοναχικός λύκος, αλλά προϊόν της επέλασης της ρητορικής μίσους που επιδεικνύει μερίδα της επίσημης πολιτικής σκηνής, βρίσκει αποδέκτες σε σκληροπυρηνικές ομάδες και κλιμακώνεται περνώντας από τα λόγια στη δράση.
Ο «Τέντι» Σαμπάγκ Μοντιέλ, γεννημένος στη Βραζιλία αλλά μεγαλωμένος από παιδί στην Αργεντινή, σε προφίλ που παρουσίασε η ηλεκτρονική εφημερίδα Infobae μόλις ώρες μετά την απόπειρα, εμφανίζεται ως λάτρης του death metal και αφηγητής υποτιθέμενων μεταφυσικών εμπειριών του. «Λίγο φρικιό, αλλά ήρεμος», έλεγε φίλος του. Τόσο ήρεμος που πέρσι τον Μάρτιο συνελήφθη επειδή οδηγούσε αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες και έφερε ένα μαχαίρι 35 εκατοστών. Ποτέ δεν δικάστηκε.
Στα τέλη Αυγούστου, ο «Τέντι» και η Μπρέντα είχαν τα δεύτερα «πέντε λεπτά διασημότητας» που ποθούσαν, εμφανιζόμενοι σε τηλεοπτική συνέντευξη όπου δήλωσαν «επιτηδευματίες» (πουλάνε μαλλί τις γριάς στους δρόμους): εκείνη κατήγγειλε τα κοινωνικά επιδόματα της κυβέρνησης γιατί «ευνοούν την αεργία και την αλητεία» κι εκείνος ξεσπάθωσε κατά «της κάστας των πολιτικών αλλά και των ξένων που έρχονται, καταλαμβάνουν μια συνοικία και ζούνε δωρεάν με επιδόματα, χωρίς να δουλεύουν» απαιτώντας την άμεση απέλασή τους. Το πρώτο τους πεντάλεπτο διασημότητας (τι σύμπτωση με τόσα εκατομμύρια που έχει το Μπουένος Αϊρες) ήταν στις αρχές Αυγούστου, όταν σε άλλο σταθμό επέκριναν την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και τον διορισμό του νέου υπουργού Οικονομίας Σέρχιο Μάσα.
Ψέματα και ερωτήματα
Τη Δευτέρα οι Αρχές συνέλαβαν την 23χρονη Μπρέντα Ουλιάρτε. Η νεαρή είχε δηλώσει σε τηλεοπτική συνέντευξη μετά την απόπειρα πως είχε να δει τον Σαμπάγκ τρεις μέρες, δεν είχε ιδέα ότι κατείχε όπλο, ούτε ότι στο σπίτι τους υπήρχαν 100 σφαίρες, και ότι για την επίθεση έμαθε από την τηλεόραση. Αλλά οι κάμερες ασφαλείας έδειξαν πως εκείνη ήταν μαζί του έξω από το σπίτι της αντιπροέδρου λίγο πριν εκείνος τραβήξει τη σκανδάλη.
Οι Αρχές περιμένουν πολλά από την έρευνα του κινητού της. Πόσο μάλλον όταν σε μια σκανδαλώδη τροπή, από το κινητό του Σαμπάγκ, που κατασχέθηκε από την Ομοσπονδιακή Αστυνομία κατά τη σύλληψή του και αναμενόταν να ρίξει φως στις τελευταίες συνομιλίες και επαφές του, σβήστηκαν τα πάντα έπειτα από προσπάθειες των ειδικών να το ξεμπλοκάρουν.
Εξέλιξη που τροφοδοτεί τον κύκλο των πρόθυμων συνωμοσιολόγων που δηλώνουν πως η απόπειρα δεν ήταν παρά ένα μοντάζ, μια στημένη επίθεση για να αποσπάσει την προσοχή από τη δίκη της Κίρτσνερ για διαφθορά και την εισαγγελική πρόταση για καταδίκη της σε 12 χρόνια κάθειρξη και στέρηση των πολιτικών της δικαιωμάτων διά βίου.
Μια θεωρία που στον έναν ή τον άλλον βαθμό υιοθετήθηκε εμμέσως από ηγέτες τις αντιπολίτευσης. Ακόμη και ο ίδιος ο πρώην πρόεδρος Μαουρίσιο Μάκρι σε επίσημη ανακοίνωσή του (με τίτλο «Η απόπειρα κατά της Κριστίνα Κίρτσνερ απειλεί τη χώρα και με άλλα δεινά») κατηγόρησε τον «κιρτσνερισμό» ότι εργαλειοποιεί την απόπειρα εναντίον της αντιπροέδρου για κομματικές σκοπιμότητες και για να «ξεκινήσει ένα κυνήγι συμβολικών εχθρών στους οποίους προσάπτει, χωρίς καμιά λογική, την υποκίνηση αυτής της επίθεσης».
Η «διευρυμένη» Ακροδεξιά
Ο Σαμπάγκ επέλεξε να επιδεικνύει σε εμφανή σημεία στο σώμα του ναζιστικά σύμβολα όπως τον μαύρο ήλιο των SS, τον σιδερένιο σταυρό ή το σφυρί του Θωρ, που έχουν υιοθετήσει πολλές ακραίες οργανώσεις. Είχε σχέσεις με ομάδες της ριζοσπαστικής Ακροδεξιάς, όπως αποκάλυψε έρευνα της εφημερίδας La Nación: ακολουθούσε ιστοσελίδες ομάδων μίσους, κάποιων που δηλώνουν «μασονικά τάγματα», αλλά και σάιτ όπως ο «σατανικός κομμουνισμός».
Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Πάουλο Καμπλάν του τηλεοπτικού σταθμού C5N, μετείχε μάλιστα στην ομάδα κρούσης που στις αρχές Αυγούστου -σε δύο ξεχωριστές δράσεις της- επιτέθηκε κατά του ηγέτη του Κινήματος των Αποκλεισμένων Εργαζομένων, Χουάν Γκραμπόις, φωνάζοντάς του ανάμεσα στα άλλα «Ποιανού το αίμα θα χυθεί στους δρόμους;», αλλά και σε αυτοκινητοπομπή του Σέρχιο Μάσα την ώρα που πήγαινε να ορκιστεί ως νέος υπουργός Οικονομίας.
Αυτή η ομάδα με τους περίπου 20 «γορίλες», σύμφωνα με τον Ρικάρντο Ραγκεντόρφερ του ιστότοπου Resúmen Latinoamericano, ανήκε στους Νεολαίους Ρεπουμπλικανούς (JR), «μια ακροδεξιά φάλαγγα υπό την ηγεσία του βουλευτή του PRO (Ρεπουμπλικανική Πρόταση, η πιο ακραία πολιτική ομάδα του δεξιού αντιπολιτευτικού συνασπισμού Μαζί για την Αλλαγή) Φρανσίσκο Σάντσες».
Από τους πρώτους που χαιρέτισαν «τον ήρωα Σαμπάγκ που προσπάθησε να αποδώσει δικαιοσύνη για τους Αργεντίνους ήταν ο Χοσέ Ντερμάν. Ο Ντερμάν (που συνελήφθη μετά από αυτές τις δηλώσεις και στην κατοχή του βρέθηκε βλήμα όλμου) είναι από τους επικεφαλής του νεοναζιστικού πολιτιστικού κέντρου Κάιλ Ρίτενχαουζ, (από το όνομα του Αμερικανού υπέρμαχου της λευκής ανωτερότητας που σκότωσε δύο ανθρώπους στη διάρκεια των αντιρατσιστικών διαδηλώσεων στο Ουισκόνσιν τον Αύγουστο του 2020). Και δεν χάνει ευκαιρία να καλεί τους πολίτες να πάρουν τα όπλα «για να ξεριζώσουν τον μαρξισμό». Την δε επομένη της απόπειρας, ακόμη ένας φίλος του Σαμπάγκ, ο Μάριο Μπάμπλο Μποργκαρέλι, δήλωσε σε συνέντευξή του στην τηλεόραση: «Πιστεύω πως αρχική του πρόθεση ήταν να τη σκοτώσει, αλλά δυστυχώς δεν έκανε κάποια δοκιμή πριν».
Πώς στρώνεται το έδαφος
Ολα αυτά συμπυκνώνουν την κανονικοποίηση της ρητορικής βίας κατά της Κριστίνα Κίρτσνερ, ιδίως το τελευταίο διάστημα, σημειώνει στην El País o Χοσέ Πάμπλο Κριάλες: ανάμεσα στα πολλά άλλα, κρεμάλες και σακούλες για πτώματα στη διάρκεια αντιπολιτευτικών διαδηλώσεων, απειλές, επιθέσεις και πετροβολισμοί εναντίον της Κίρτσνερ, το αίτημα του Φρανσίσκο Σάντσες να επιβληθεί η θανατική ποινή στην αντιπρόεδρο, οι συνεχόμενες επιθέσεις και απειλές ομάδων έξω από το σπίτι της, η άρνηση του κυβερνήτη του Μπουένος Αϊρες, του συντηρητικού Οράσιο Ροντρίγκες Λαρέτα, να εφαρμόσει τη δικαστική απόφαση που διέτασσε την αστυνομία της πρωτεύουσας να φρουρεί την αντιπρόεδρο.
«Θα ήταν λάθος να εστιάσουμε στην απόπειρα, που είναι η κορύφωση μιας διαδικασίας. Είναι το αποκορύφωμα στο οποίο φτάσαμε έπειτα από πολύ καιρό αποδοχής και συμβιβασμού με τη ρητορική του μίσους. Κι αν η απόπειρα είναι προϊόν μιας ολόκληρης διαδικασίας, ο Σαμπάγκ Μοντιέλ δεν μπορεί να είναι ένας “μοναχικός λύκος”», έλεγε σε ένα εξαιρετικό ρεπορτάζ στην Página12 ο καθηγητής και κριτικός Αλεχάνδρο Κάουφμαν, εξηγώντας πως αυτό που διακυβεύεται σήμερα στην Αργεντινή είναι «η τελευταία ευρεία συναίνεση που υπήρξε στη χώρα, το ίδιο το δημοκρατικό “συμβόλαιο” που επιτεύχθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας το 1983: δηλαδή, η κοινή ιδέα ότι οι συρράξεις και οι διαφορές δεν λύνονται με τον δρόμο της βίας».
