Αυτό που όλοι απεύχονταν, αλλά όλοι περίμεναν, έγινε. Τα επιτόκια ξεκίνησαν την ανηφορική τους διαδρομή, που όπως όλα δείχνουν θα διαρκέσει πολύ. Το ξεκαθάρισε η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ λέγοντας: «Θα αυξήσουμε τα επιτόκια για όσο διάστημα χρειαστεί για να επαναφέρουμε τον πληθωρισμό στον στόχο μας». Υπάρχουν όμως και χειρότερα: Η ΕΚΤ αναλαμβάνει ρόλο οικονομικού χωροφύλακα και αξιολογητή στη διαδικασία που συνδέεται με το νέο «εργαλείο» παρέμβασης στις αγορές ομολόγων για τη στήριξη των ομολόγων των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου.
Για τις ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες η στροφή στη νομισματική πολιτική και ο νέος ρόλος της ΕΚΤ αντιμετωπίζονται ως… διάλειμμα. Βραχυπρόθεσμα δυσάρεστο αλλά μακροπρόθεσμα επωφελές. Δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστήριζε κανείς ότι ειδικά για τη Γερμανία η κρίση που τώρα αρχίζει, όταν τελειώσει θα την έχει μετατρέψει από δεσποτικό αφεντικό της Ευρώπης σε αδιαφιλονίκητο αυτοκράτορα.
Για τα ευάλωτα ευρωπαϊκά κράτη όμως η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Οπως συνέβη με την κρίση χρέους, έτσι και η κρίση του πληθωρισμού θα τα αναγκάσει να αντιμετωπίσουν μια τάξη πραγμάτων που ενδεχομένως να θέσει θέμα επαναξιολόγησης της κυριαρχίας τους. Η Ιστορία άλλωστε προσφέρει πολλά παραδείγματα χωρών στις οποίες η πληθωριστική κρίση μετατράπηκε αρχικά σε δημοσιονομική και στη συνέχεια σε κρίση χρέους που τις οδήγησε στην ανταλλαγή της κυριαρχίας προς όφελος των ισχυρών (χώρες με ισχυρές οικονομίες ή οικονομικές ομάδες που ελέγχουν την οικονομία στο εσωτερικό). Πρόκειται για μια πραγματικότητα που επαναλαμβάνεται –σε διάφορες παραλλαγές από τον 19ο αιώνα–, με τη διαφορά ότι στη σημερινή ενιαία Ευρώπη μασκαρεύτηκε με τον μανδύα της… συναίνεσης.
Για την Ελλάδα, με το τεράστιο χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό) και την εξαρτημένη και επιφανειακή οικονομία, τα υψηλά επιτόκια και ο νέος ρόλος που αναθέτει η ΕΚΤ στον εαυτό της μπορεί να είναι η χαριστική βολή στην ήδη συρρικνωμένη μεσαία τάξη και σε εκείνους που διαθέτουν την εργασία τους για να βιοποριστούν. Για να γίνει κατανοητή η συσχέτιση αιτίας και αποτελέσματος, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από την εποχή των μνημονίων.
Σύμφωνα με την αντίληψη που διαμορφώθηκε, η κρίση χρέους προέρχεται –μόνο– από την αδυναμία του κράτους να εκπληρώσει τις δανειακές του υποχρεώσεις λόγω της υπερχρέωσης και του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Αυτή η «μισή αλήθεια» αξιοποιήθηκε στην επικοινωνιακή διαχείριση της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόστηκε τα τελευταία χρόνια. Με την επίκλησή της οι πολιτικοί δικαιολόγησαν τις επώδυνες πολιτικές τους και κατασκεύασαν αδιέξοδα για να αποποιηθούν τις ευθύνες τους. Την ίδια «μισή αλήθεια» αξιοποιούν και τώρα. Υποστηρίζουν ότι τα «μαξιλάρια» και οι διευθετήσεις που έχουν γίνει με τους δανειστές (επιτόκια και επιμήκυνση) θωρακίζουν (!) την οικονομία και απομακρύνουν το ενδεχόμενο μιας νέας κρίσης χρέους. Ετσι, όχι μόνο καθησυχάζουν αλλά και αποφεύγουν να αναφερθούν στην άλλη «μισή αλήθεια». Στο ιδιωτικό χρέος.
Σήμερα εκατομμύρια Ελληνες χρωστούν. Αλλοι από αυτούς εξυπηρετούν το χρέος τους και άλλοι έχουν σηκώσει τα χέρια. Τι θα γίνει όμως μόλις οι τράπεζες, οι «επενδυτές» των δανείων, η Εφορία, τα Ταμεία, οι ιδιώτες δανειστές αρχίσουν να ανεβάζουν τα επιτόκιά τους; Εχει αντοχές η κοινωνία να αντιμετωπίσει τη νέα πραγματικότητα; Εχει το πολιτικό σύστημα τα κατάλληλα «όπλα» και τη διάθεση να προστατέψει τα θύματα των… επιτοκίων;
Αν μελετήσει κανείς τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος για την εξέλιξη των δανείων και των καθυστερήσεων και τα συγκρίνει με τα αντίστοιχα του 2014, έχει την εντύπωση ότι ζει σε μια τακτοποιημένη χώρα. Σήμερα το ποσοστό των δανείων που έχουν στο χαρτοφυλάκιό τους οι τράπεζες και δεν εξυπηρετούνται, είναι 11,6% (18 δισ. σε σύνολο 162 δισ. ευρώ) ενώ το 2014 ήταν 40,8% (111,7 δισ. σε σύνολο 273 δισ.). Καμία σχέση με την πραγματικότητα. Σύμφωνα με υπολογισμούς, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές σε τράπεζες και funds πλησιάζουν –μπορεί πλέον να υπερβαίνουν– τα 100 δισ. ευρώ. Αν προστεθούν οι οφειλές σε Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία, που υπερβαίνουν τα 150 δισ., τότε το μη εξυπηρετούμενο ιδιωτικό χρέος ξεπερνά τα 250 δισ. Αλλά αυτό το τεράστιο ποσό υπολείπεται της πραγματικότητας, αφού δεν λαμβάνει υπόψη το χρέος μεταξύ των ιδιωτών για το οποίο δεν υπάρχουν στατιστικές.
Τι θα γίνει όταν τα επιτόκια αρχίσουν να ανηφορίζουν; Πόσα από τα 162 δισ. που σήμερα είναι ενήμερα, θα εξακολουθήσουν να εξυπηρετούνται κανονικά; Πόσοι από αυτούς που έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους θα μπορούν να είναι συνεπείς; Τι πιθανότητες έχουν όσοι είναι σήμερα στον «αέρα» να βάλουν αύριο σε τάξη τις υποχρεώσεις τους; Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να αντιληφθεί ότι η νάρκη του ιδιωτικού χρέους με τα αυξημένα επιτόκια αργά ή γρήγορα θα εκραγεί. Και τότε; Η κρίση χρέους της Ισπανίας, της Ιρλανδίας, ακόμα και της Ισλανδίας προσφέρει άφθονες πληροφορίες για να αντιληφθεί κανείς ότι το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Η αποσταθεροποίηση του ενός οδηγεί σε κατάρρευση του άλλου, με εξίσου οδυνηρές συνέπειες για την οικονομία και την κοινωνία.
Επομένως το καίριο ερώτημα δεν αφορά το πόσο ευάλωτη είναι η ελληνική οικονομία στην αύξηση των επιτοκίων, αλλά στο κατά πόσο το πολιτικό σύστημα μπορεί να αποτρέψει μια έκρηξη του ιδιωτικού χρέους με πολιτικές που να συνδυάζουν τον οικονομικό ρεαλισμό και την κοινωνική ευαισθησία. Η πρόσφατη εμπειρία είναι μάλλον αποκαρδιωτική.
Από το 2015 μέχρι σήμερα η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους από το πολιτικό σύστημα όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα αλλά το επέτεινε. Οι κυβερνήσεις επικεντρώθηκαν στην αλλαγή «ιδιοκτησίας» του χρέους και στην αποδυνάμωση των μηχανισμών προστασίας των οφειλετών και αδιαφόρησαν για το μέγεθός του. Θα πρέπει να είναι κανείς εθελότυφλος για να μην αντιλαμβάνεται ότι οδηγούμαστε σε μια κρίση που θα προκαλέσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπινες τραγωδίες και θα κλονίσει συθέμελα την ελληνική κοινωνία, που ευτυχώς ακόμα δεν έχει εντελώς… αμερικανοποιηθεί.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
