Μας αρέσουν οι εμφύλιοι σε τούτη τη χώρα – θα προσπαθήσω να πω σύντομα τη γνώμη μου, κυρίως τι είναι εκείνο που βαραίνει στη δική μου συνείδηση ως πολίτη με νομικές σπουδές και 20ετή μάχιμη δικηγορία (έστω κι αν δεν έκανα ποτέ ποινικά δικαστήρια).
1. Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο είναι το δικαστήριο που σύμφωνα με το Σύνταγμα δικάζει κακουργήματα (πρώην Κακουργιοδικείο, 10μελές, αμιγώς λαϊκό), απαρτίζεται από τρεις τακτικούς δικαστές, τον/την πρόεδρο και δύο πρωτοδίκες, και τέσσερις απλούς πολίτες με κλήρωση που γίνεται ενώπιον δικαστή και από κατάλογο πολιτών, κατοίκων της πόλης που δεν έχουν στερηθεί ποτέ τα πολιτικά τους δικαιώματα (πολύ σημαντικό για μια Δημοκρατία). Το δικαστήριο είναι ενιαία οντότητα και η ψήφος κάθε μέλους απόλυτα ίση με την ψήφο του άλλου. Δεν υπάρχει τακτική και «έκτακτη» Δικαιοσύνη, στο πλαίσιο του ΜΟΔ – κάθε τέτοια δήλωση είναι παραπλανητική και ρίχνει στάχτες στα μάτια. Σοφά ο νομοθέτης αφήνει στους δικαστές το δικαίωμα να έχουν τη δικαιοδοσία μόνο για διαδικαστικά θέματα, εκείνα δηλαδή που απαιτούν νομικές γνώσεις, και όχι τα πραγματικά γεγονότα, μαρτυρίες κ.λπ. Απολύτως λογικό. Τα Μικτά Ορκωτά Δικαστήρια εμπεριέχουν δε το στοιχείο του όρκου από τα λαϊκά μέλη. Είναι αυτή η καταπληκτική συνέχεια του Χορού στην αρχαία ελληνική τραγωδία (την οποία ο κ. Λιγνάδης γνωρίζει όντως πολύ καλά – τι ειρωνεία) αλλά και μια συνέχεια των θεσμών που έφερε πάλι στην επιφάνεια η Γαλλική Επανάσταση (που βεβαίως ήταν αστική). Το ποια η θέση δικαστών κ.λπ. κρίνεται από τους ίδιους. Και πάντως η «χρησιμότητα» των ακριβών μεγαλοδικηγόρων, μιλάμε για τεράστια, μαύρα ποσά αμοιβών, έχει να κάνει πολύ πριν από τη δικάσιμο, θυμάμαι την κλασική ερώτηση συναδέλφων τις παραμονές κάποιου σοβαρού ποινικού δικαστηρίου, «ποιος θα είναι στην έδρα;». Τα άλλα τα αφήνω στη «φαντασία» του αναγνώστη.
2. Η πτυχή που δεν έχει τονιστεί και περνάει σχεδόν απαρατήρητη δεν είναι απλά οι βιασμοί, καταδικαστέοι πάντα και απολύτως, ωστόσο πρόκειται για βιασμούς νέων που προέρχονται από την προσφυγιά! Εκεί, γίνονται τα μεγαλύτερα εγκλήματα!
Στα παρατημένα αγόρια και κορίτσια που έρχονται από τη θάλασσα, αφού έχουν περπατήσει χιλιάδες μίλια, που τα έχουν διώξει ο πόλεμος και η φτώχεια που άφησε πίσω της η αποικιοκρατία και αφήνει όλο και περισσότερο η οικολογική καταστροφή. Αν δεν σκοτωθούν στη Μελίγια, στο Μαρόκο, αν δεν πνιγούν στη Μεσόγειο, όλο και περισσότερο θα είναι στην πόρτα μας, έχουμε άλλωστε φροντίσει με την τεχνολογική επανάσταση να τους βομβαρδίζουμε στα κινητά με εικόνες του «Παραδείσου» μας. Καθώς δεν υπάρχει ο παραμικρός προστατευτικός κλοιός γι’ αυτά τα παιδιά, η επιβίωσή τους συχνά θα εξαρτάται από «φιλοξενίες» σε διαμερίσματα επωνύμων, ακόμη και από την εν ψυχρώ εμπορία της σάρκας τους.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει και τώρα, εδώ, που μιλάμε για τη γνωστή υπόθεση – «μακάρι» να ήταν μόνο αυτή. Αν το πιστεύουμε, είμαστε βαθιά νυχτωμένοι και ξεπλένουμε τη συνείδησή μας απλώς. Χρειάζεται μια κοινωνία πολιτών που έχει λόγο σταθερά, μια κοινωνία αλληλέγγυα, δεν αρκούν τα ευκαιριακά πυροτεχνήματα στις δίκες επωνύμων. Είμαστε μια τέτοια κοινωνία; Μπορούμε να προσπαθήσουμε; Και όχι, δεν είναι κομματικό το κριτήριο, αλλά βαθιά ανθρώπινο.
3. Κανένα φτωχό παιδί, αγόρι ή κορίτσι, καμιάς απλής οικογένειας –αυτές της διπλανής πόρτας– διανοείται να προσφύγει σε δικαστήριο. Η Δικαιοσύνη είναι πια πολύ ακριβή, ίσως ήταν πάντα. Χρειάζεται άραγε να γραφεί για το κοινωνικό κόστος; Για τις μικρές κοινωνίες που σκάβουν βαθιά και θάβουν τέτοια «μυστικά»;
Αλλωστε, δεν νομίζω να φτάνει ποτέ σε δικαστήριο ο βιασμός νέων ή/και μεγαλύτερων από τα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα, εκεί αυτές οι «ιστορίες» κλείνουν σε κάποιο σαλόνι, σε κάποιο δικηγορικό γραφείο με τις αρμόζουσες επιταγές να αλλάζουν χέρι…
Γι’ αυτό και όσοι τόλμησαν τώρα, ή έχουν διαχρονικά τολμήσει, πρέπει να στηριχτούν. Και όχι μόνο τώρα. Αλλά κυρίως όταν τα φώτα της δημοσιότητας θα σβήσουν. Τότε είναι απαραίτητα τα σηκωμένα πανό.
Μέσα μας κι αυτό το μέσα μας να εκφράζεται σε πράξεις όταν όπως βρεθούμε μπροστά στο έγκλημα.
