Σε λίγες μέρες θα κλείσουν δέκα χρόνια από τότε που στα τέλη Ιουλίου του 2012 σε ομιλία του στο Λονδίνο ο επικεφαλής της ΕΚΤ και σημερινός πρωθυπουργός της Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι, θωράκισε την ευρωζώνη με τη δέσμευση: «Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί».
Η δέσμευση του τότε κεντρικού τραπεζίτη της ευρωζώνης ήταν μια καθαρά πολιτική πράξη που είχε την ανοχή ακόμη και της Γερμανίας, η οποία πίστευε στη σταθεροποιητική επίδρασή της χωρίς να χρειαστεί η εφαρμογή της διακήρυξης, δηλαδή προσφυγή στην ποσοτική χαλάρωση.
Δέκα και πλέον χρόνια κρίσης στην ευρωζώνη έχουν πείσει ακόμη και τους πιο δύσπιστους ότι όλα είναι θέμα πολιτικής βούλησης.
Αν ο επικεφαλής της ΕΚΤ δεσμεύεται ότι θα κάνει ό,τι χρειαστεί, τότε οι αγορές κινούνται προεξοφλώντας την υλοποίηση της δέσμευσης, η οποία από μόνη της ακυρώνει την αβεβαιότητα που προκάλεσαν οι Μέρκελ – Σαρκοζί στη μοιραία συνάντηση της Ντοβίλ τον Οκτώβριο του 2010, το μήνυμα της οποίας προς τους επενδυτές ήταν «προσέξτε γιατί το δημόσιο χρέος του Νότου της ευρωζώνης μπορεί να αποδειχτεί ότι δεν είναι διαχειρίσιμο».
Δέκα χρόνια μετά, έπειτα από δυόμισι χρόνια πανδημίας και τέσσερις και πλέον μήνες πολέμου στην Ουκρανία, οι ήδη ορατές παρενέργειες των κυρώσεων που έχει επιβάλει η Δύση στη Ρωσία ξαναθέτουν το ερώτημα στο οποίο απάντησε χωρίς περιστροφές ο Ντράγκι τον Ιούλιο του 2012.
Είναι διαχειρίσιμο το χρέος της Ιταλίας (και συνολικά του Νότου της ευρωζώνης, να μας επιτραπεί να προσθέσουμε); διερωτάται στο Politico o επικεφαλής του Ινστιτούτου Οικονομικών Μελετών του Οσλο.
Εάν η ΕΚΤ δηλώσει ότι είναι διαχειρίσιμο, τότε είναι· στην αντίθετη όμως περίπτωση το ερώτημα θα εξακολουθήσει να τίθεται. Δέκα χρόνια μετά τη διάσωση της ευρωζώνης από τον Ντράγκι, στη σκιά της χειρότερης μετά το 1945 συγκυρίας, η Γηραιά Ηπειρος περιμένει από το Βερολίνο κινήσεις που να πιστοποιούν ότι η Γερμανία θα κάνει ό,τι χρειάζεται για να σωθεί η ευρωζώνη, σε μια στιγμή που ολοένα και περισσότεροι επενδυτές διερωτώνται αν πέραν της βούλησης υπάρχει η δυνατότητα να διασωθεί η Ιταλία.
Κάθε μέρα που περνά η πολιτική ελίτ της Γερμανίας παραπέμπει στους επιβάτες της πρώτης θέσης του… Τιτανικού που εξακολουθούσαν μέχρι το τέλος να στροβιλίζονται στους χορευτικούς ρυθμούς της ορχήστρας με την ακλόνητη πεποίθηση ότι το ακριβό αντίτιμο του εισιτηρίου τούς προφυλάσσει από απρόβλεπτα ατυχήματα στη διάρκεια του ταξιδιού.
