ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Γαλανόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ερώτημα εύλογα ρωτούσε πού και πώς θεμελιώνουμε τις πεποιθήσεις μας και δικαίως κατέληξε να ρωτά γιατί να τις θεμελιώνουμε. Η απορία αυτή για τη δυνατότητα ή την ίδια την αναγκαιότητα θεμελίωσης των πεποιθήσεων και των αρχών μας ακολουθούσε τη θεωρητική σκέψη από τις απαρχές της ακόμη. Οπως σημειώνει ο Κτενάς, ήδη ο Αριστοτέλης είχε «επίγνωση ότι οι δημοκρατικοί, οι ολιγαρχικοί και οι αριστοκρατικοί διατύπωναν διαφορετικούς ορισμούς της αξίας ως βάσης της δικαιοσύνης»1. Εντούτοις, και ως συνέπεια της ανακάλυψης των νέων κόσμων που περιέπλεξε ακόμη περισσότερο το πρόβλημα, «η μόνιμα ανοιχτή συζήτηση και διαμάχη γύρω από τις αξίες [και τη θεμελίωσή τους] μπορεί να θεωρηθεί καταστατικό γνώρισμα της νεωτερικότητας»2. Ο Κτενάς, με θάρρος και θέρμη, επιχειρεί να αναμετρηθεί με τούτο το δυσεπίλυτο θεωρητικό πρόβλημα. Επιλέγει, δε, να το κάνει σχολιάζοντας το έργο δυο στοχαστών που έπλεξαν τη σκέψη τους γύρω από τη θεματική του σχετικισμού και το πρόβλημα της θεμελίωσης των αξιών: του Βέμπερ και του Καστοριάδη.

Η επιλογή των δυο θεωρητικών εξηγείται πληρέστερα στη διατριβή του συγγραφέα (από όπου αποσπάστηκε το σχετικό κεφάλαιο που αποτελεί το βιβλίο) από τον τίτλο της ακόμη: Ο Βέμπερ και ο Καστοριάδης για την κοινωνία ως νοηματικό σύμπαν3. Η θεώρηση των κοινωνικών φαινομένων ως πεδίων ενσάρκωσης νοημάτων ή φαντασιακών σημασιών αποθεμελιώνει ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα θεμελίωσης των αξιών στην οποιαδήποτε πραγματικότητα, αντικειμενικότητα ή αναγκαιότητα.

Ο Κτενάς αμφισβητεί, ακολουθώντας τους Βέμπερ και Καστοριάδη, τη δυνατότητα ή αναγκαιότητα θεμελίωσης των αξιών κάπου εκτός της στοχασμένης και ζυγισμένης διανοητικής επεξεργασίας των ατόμων ή των κοινωνιών. Η επεξεργασία αυτή δεν είναι αυθαίρετη ούτε συμβαίνει εν κενώ, δεν είναι όμως καθ’ ολοκληρίαν ορθολογική. Αυτή άλλωστε είναι η σημασία, ή η λειτουργία, του νοήματος: «Ο ορθολογισμός προϋποθέτει πάντα κάτι το οποίο δεν μπορεί να αποδειχθεί ορθολογικά -κάτι που ανήκει στην τάξη του νοήματος»4. Από τη θέση αυτή προκύπτει μια σειρά σοβαρών επιστημολογικών και μεθοδολογικών εφαρμογών· δεν είναι όμως στο πεδίο της επιστήμης ή της θεωρίας που εμφανίζονται οι πιο ερεθιστικές επιπλοκές της, αλλά στο πεδίο της πολιτικής. Οπως ωραία το ρωτά ο συγγραφέας στη διατριβή του, σχολιάζοντας την περίφημη μαρξική θέση: «Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η δημοκρατία -και όχι, λόγου χάρη, η βία ή η εξουσία- είναι η κρυμμένη ουσία κάθε πολιτικής μορφής αδυνατούμε να κατανοήσουμε τι θα σήμαινε αυτό για το πεδίο της πολιτικής πράξης»5.

Ετσι, στο πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας αντιπαρατίθεται ευθέως με το κριτικό πρόγραμμα του Ψυχοπαίδη που στοχεύει στη «θεμελίωση κανονιστικά έγκυρων και καθολικά δεσμευτικών αξιών από τις οποίες πρέπει να εκκινεί η ούτως ή άλλως αξιακά προσδιορισμένη μελέτη της κοινωνικής πραγματικότητας»6. Ο Ψυχοπαίδης αναζητά τις δεσμευτικές αξίες εκεί όπου συντηρείται και αναπαράγεται η κοινωνική ζωή και τις εντοπίζει στις πρακτικές της αλληλεγγύης και της συνεργατικότητας. Συμπλέκει με αυτόν τον τρόπο το περιγραφικό με το κανονιστικό, κίνηση που στο επίπεδο της μεθοδολογίας είναι μάλλον αντιβεμπεριανή -πράγμα αναμενόμενο δεδομένων και των πολιτικών συνεπειών μιας τέτοιας συμπλοκής. Δεν είναι όμως το ίδιο αναμενόμενο ότι δυο ριζοσπάστες στοχαστές, όπως ο Ψυχοπαίδης και ο Καστοριάδης, διαφωνούν με απόλυτο τρόπο ως προς τη δυνατότητα θεμελίωσης μιας οντολογικής ή πολιτικής αξίας στην αντικειμενικότητα της αλληλεγγύης. Είναι τόσο συμπαγής η μεθοδολογική αντίρρηση του Καστοριάδη ώστε να μην επιτρέπει την παραμικρή παραχώρηση;

Ο Ψυχοπαίδης, αναφέρει ο Κτενάς, «φαίνεται να θεωρεί ότι η απόφαση υπέρ του λόγου είναι αναγκαία προκειμένου να μην οδηγηθούμε σε ένα είδος φαύλου κύκλου, στο πλαίσιο του οποίου, θεωρώντας τους ανθρώπους κακούς, καταλήγουμε πράγματι να τους κάνουμε τέτοιους»7. Ο Κτενάς εύλογα σημειώνει ότι αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην έτσι, καθώς κάλλιστα μπορούμε απλώς να μη θεωρούμε τους ανθρώπους εξ ορισμού καλούς ή έλλογα πράττοντες. Αυτό είναι ένα λογικά συνεπές αντεπιχείρημα, φαίνεται όμως ότι δεν ακολουθεί μια θέση του ίδιου του Καστοριάδη: «[Η εξουσία] είναι η έσχατη δύναμη που στηρίζει τη θέσμιση της επιθυμητής κοινωνίας. [Η βία] υπήρξε πάντοτε παρούσα ως θεμελιώδης προϋπόθεση»8.

Ο Καστοριάδης δεν παίρνει μια τέτοια απόφαση εν κενώ· μην ξεχνάμε το οντολογικό consensus της εποχής του [Ο Φουκό έρχεται αμέσως στο μυαλό, αντ’ αυτού όμως ας θυμηθούμε τις τρεις βίες του Ντεριντά, τα «μοιραία ατυχήματα» που είναι η ίδια η ιστορία9]! Ετσι, ο αντιθεμελιωτισμός μπορεί να συμβιώνει δίχως εντάσεις με μια αυστηρά προσδιορισμένη (απαισιόδοξη) οντολογία· αρκεί να μπορεί να υποστηρίξει ότι ο θεμελιωτισμός είναι το αναπόφευκτο προϊόν της αντίθετης, επίσης προσδιορισμένης, (μη απαισιόδοξης) οντολογίας. Φαίνεται λοιπόν ότι για τους αντιθεμελιωτιστές οντολόγους το πρόβλημα δεν είναι το «θεμελιώδες» μιας προϋπόθεσης ή αξίας· αλλά το ποια είναι αυτή η προϋπόθεση ή αξία.

Ο Κτενάς έχει δίκιο όταν υποστηρίζει ότι «η άνοδος του ναζισμού δεν οφειλόταν στην απουσία θεμελιωτικών ιδεών από το έργο των φιλοσόφων»10. Το αντίθετο μάλιστα: Οφειλόταν, στο επίπεδο των ιδεών, ακριβώς στη συνθλιπτική παρουσία πανίσχυρων θεμελιωτικών ιδεών. Αυτές όμως δεν ήταν οι ιδέες της αλληλεγγύης και της συνεργατικότητας. Ακόμη, λοιπόν, και αν δεν υπάρχει καμία λογική διέξοδος από τον στρόβιλο του σχετικισμού, ισχύει και εδώ παραλλαγμένη η υπόθεση του Χιουμ: οι άνθρωποι ακόμη και αν δεν μπορούν να θεμελιώσουν με λογικό τρόπο τις αξίες τους στην πραγματικότητα της αλληλεγγύης και της συνεργατικότητας ζουν στην καθημερινότητά τους με βάση αυτές. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Κτενάς θέτει απλώς ένα λογικό ή καθαρά φιλοσοφικό πρόβλημα. Το αντίθετο· το πρόβλημα της θεμελίωσης των αξιών είναι ένα κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα. Ισως, εν τέλει, αυτή να είναι η απάντηση στο ερώτημά του.


1 Στο βιβλίο, σ. 14 (υπ. 1).

2 Στο βιβλίο, σ. 15.

3 Βλ., Γ. Κτενάς, «Το πρόβλημα του νοήματος». Ο Weber και ο Καστοριάδης για την κοινωνία ως νοηματικό σύμπαν, διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 2021

4 Στο βιβλίο, σ. 21

5 Κτενάς, «Το πρόβλημα του νοήματος», ο. π., σ. 426 (υπ. 1429)

6 Στο βιβλίο, σ. 89. Ο Ψυχοπαίδης είχε πράγματι υποβάλει σε ευρεία κριτική τη σκέψη του Καστοριάδη, ως ανορθολογικής και σχετικιστικής, βλ. Κ. Ψυχοπαίδης, «Το ανορθολογικό στοιχείο στην ελληνική θεωρητική σκέψη», Τετράδια 50/51, 2005: 67-82

7 Στο βιβλίο, σ. 89

8 Κ. Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Β΄. Η Πόλις και οι νόμοι, μτφρ. Ζ. Καστοριάδη, Κριτική: Αθήνα 2008, σ. 64

9 J. Derrida, Περί γραμματολογίας, μτφρ. Κ. Παπαγιώργης, Γνώση: Αθήνα 1990, σ. 175-210.

10 Στο βιβλίο, σ. 146