Η ιταλική μελέτη πραγματοποιήθηκε από μία ομάδα ερευνητών που εργάζονταν υπό την καθοδήγηση της Βερόνικα Νάνι στην Ανώτερη Πανεπιστημιακή Σχολή της πόλης Παβία, και από τον Ραούλ Μανέτι, ερευνητή στο τμήμα Περιβαλλοντικών Επιστημών και Πολιτικών του Πανεπιστημίου του Μιλάνου.
Οι ερευνητές εξέτασαν λεπτομερώς πάνω από 2.600 ειδήσεις ή άρθρα, που δημοσιεύτηκαν στη διαδικτυακή μορφή των βασικών εντύπων από 26 διαφορετικές χώρες, κατά τους πρώτους επτά μήνες του έτους 2020. Κατόπιν τις συνέκριναν με τις σχετικές ειδήσεις που δημοσιευτήκαν τους αντίστοιχους επτά μήνες των ετών 2019 και 2018. Ταξινομώντας και χωρίζοντας όλες αυτές τις ειδήσεις για τις νυχτερίδες ανάλογα με το αν το περιεχόμενό τους ήταν υπέρ ή κατά της επιβίωσης και της διατήρησης των διαφόρων ειδών νυχτερίδων που υπάρχουν στον πλανήτη.
Το συμπέρασμα αυτής της μελέτης είναι ότι κατά τους πρώτους μήνες μετά την εμφάνιση της νέας πανδημικής κρίσης και της προβολής από τα ΜΜΕ της επιστημονικής υπόθεσης ότι πιθανότατα ο νέος κορονοϊός ίσως να προήλθε από μετάλλαξη κάποιου κορονοϊού που μέχρι τότε είχε ως ξενιστές τις νυχτερίδες, είχε ως συνέπεια να ξεσπάσουν μαζικές επιχειρήσεις εκδίωξης και θανάτωσης των νυχτερίδων.
Ενας συνδυασμός συστηματικής παραπληροφόρησης και επιστημονικά ατεκμηρίωτων ειδήσεων κατάφερε, στις αρχές του 2020, να εξουδετερώσει και να καταστήσει εντελώς περιττές τις πολυετείς προσπάθειες των οικολογικών κινημάτων σε ολόκληρο τον κόσμο για την επιβίωση και τη διάσωση αυτού του τόσο σημαντικού για την ισορροπία πολλών βιότοπων ιπτάμενου θηλαστικού.
Ευτυχώς, τους επόμενους μήνες, αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των επιστημονικά τεκμηριωμένων άρθρων για την πραγματική σημασία και την ζωτική ανάγκη διατήρησης των νυχτερίδων. Μάλιστα, οι ειδήσεις υπέρ της επιβίωσής τους, ήταν πολύ περισσότερες από τις αντίστοιχες υποστηρικτικές ειδήσεις που δημοσιεύτηκαν το 2018 και το 2019.
Από αιμοδιψείς βρικόλακες σε εκκολαπτήρια νέων ιών
Ελάχιστα ζώα είναι τόσο παρεξηγημένα όσο οι νυχτερίδες· τα 1.100 γνωστά είδη νυχτερίδων ανήκουν στη δεύτερη πιο πολυπληθή τάξη θηλαστικών του πλανήτη. Είναι κοινωνικά ζώα με υψηλές συνεργατικές και αλτρουιστικές ικανότητες, που ζουν σε μεγάλες ομάδες και συχνά σε αποικίες, που ενδέχεται να περιλαμβάνουν έως και 2.000 άτομα. Ομως, οι περισσότερες κοινότητες νυχτερίδων είναι μικρότερες και βασίζονται σε έναν κεντρικό πληθυσμό θηλυκών.
Παρ’ όλα αυτά, από αρχαιοτάτων χρόνων, για αυτά τα μικρά ιπτάμενα θηλαστικά υπάρχουν μια σειρά από μύθοι και προκαταλήψεις που οφείλονται πιθανότατα στους σκοτεινούς οικότοπους (σπηλιές) όπου ζουν και τις διατροφικές τους συνήθειες κατά τις νυχτερινές τους πτήσεις.
Ετσι, η επικρατούσα, αλλά εσφαλμένη, άποψη για τις νυχτερίδες είναι ότι πρόκειται για μοχθηρά και αιμοδιψή διαβολικά όντα, που είναι επικίνδυνα για τους ανθρώπους, ενώ στην πραγματικότητα οι νυχτερίδες δεν επιδιώκουν καμία επαφή με το είδος μας: κυριολεκτικά μας αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι.
Ωστόσο, η μεγάλη έχθρα απέναντι στις νυχτερίδες οφείλεται στο ότι θεωρούνται υπεύθυνες για πολλές μικροβιακές λοιμώξεις και επιδημίες, επειδή είναι φορείς επικίνδυνών μολυσματικών παραγόντων (βακτηρίων και ιών), που μεταδίδονται εύκολα στους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι οι άνθρωποι που εισβάλλουν σε νέους οικότοπους και, με κάθε τρόπο, πασχίζουν να εκμεταλλευτούν την άγρια πανίδα. Με αποτέλεσμα να έρχονται σε στενή επαφή με άγρια είδη ζώων που, ενδέχεται, να είναι φορείς νέων μεταλλαγμένων μικροβίων.
Αυτές οι ανθρώπινες προκαταλήψεις και τα αντιεπιστημονικά κοινωνικά μυθεύματα, ευθύνονται για την «αυθόρμητη» αντιπάθεια για τις νυχτερίδες και επηρεάζουν αρνητικά το πώς αντιμετωπίζουμε το μοναδικό ιπτάμενο θηλαστικό του πλανήτη. Αν εξαιρέσουμε την πιθανότητα της δημιουργίας των νέων κορονοϊών –μέσω γενετικής μηχανικής– σε κάποιο εργαστήριο της Γουχάν, τότε είναι μόνο δύο τα πιο πιθανά εξελικτικά «σενάρια» για να κατανοήσουμε το πώς κατάφερε ο αρχικός κορονοϊός των νυχτερίδων, αφού μεταλλαχθεί, να μολύνει και το ανθρώπινο είδος.
Πάντως, δύο χρόνια μετά την εμφάνιση της πανδημίας της νόσου Covid-19, η ακριβής εξελικτική προέλευση της ικανότητας των νέων κορονοϊών να μεταδίδονται και να αναπαράγονται στους ανθρώπους παραμένει ακόμη ασαφής.
