Είναι μόλις 32 ετών και έχει ήδη διανύσει μια πορεία στα θεατρικά δρώμενα που του έχει εξασφαλίσει και τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού (2022-2023) και του διδάσκοντα στο Ωδείο Αθηνών και τώρα του σκηνοθέτη, στην παράσταση «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι» του Γερμανού συγγραφέα Μάριους φον Μάγενμπουργκ, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου.
Ο Γιώργος Κουτλής είναι ένα νέο παιδί που φαίνεται πως έχει πλήρη συναίσθηση και της θέσης του (εξουσίας) και της εμπειρίας του (σχετικά μικρής) και του τι θέλει να κάνει, αλλά κυρίως του τι δεν θέλει! Συνομιλήσαμε λίγες μέρες πριν από το ανέβασμα της παράστασης στην Πειραιώς, ενός έργου περίεργου όσο και ο τίτλος του: «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι»! «Κάθε φορά μεταξύ μας στις πρόβες, λέμε και τρεις άλλες λέξεις: η γάτα, το κουτάλι και ο ήλιος, ξέρω ’γώ…» μας λέει και γελάμε
«Ο συγγραφέας, για μένα και όχι μόνο, είναι από τους καλύτερους σύγχρονους θεατρικούς συγγραφείς. Επειδή είναι και ηθοποιός, ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει θεατρικός λόγος και αυτό βοηθάει. Προσωπικά θέλω ν’ ανεβάσω και άλλα έργα του, καθώς πρόκειται για αριστουργήματα. Ο λόγος του είναι μια πολιτική, κοινωνική και υπαρξιακή σάτιρα, αλλά όλα είναι “ειπωμένα” με έναν κρυμμένο, υποδόριο τρόπο», μας λέει ο Γιώργος Κουτλής.
«Το συγκεκριμένο έργο λέμε ότι είναι μια ψυχεδελική κομεντί τρόμου! Πολλοί το χαρακτηρίζουν ως μια δυστοπική ιστορία αγάπης. Περιγράφει μια κανιβαλιστική κοινωνία, που ο ήρωας “ξυπνάει” σε αυτήν, δίχως να έχει καταλάβει πώς βρέθηκε εκεί και αγωνίζεται να μην τον φάνε – στην κυριολεξία. Κάπως μέσα από την αλληλεγγύη, κατορθώνει να επιβιώσει μιας σκοτεινής κανιβαλιστικής αυγουστιάτικης νύχτας. Ολες ωστόσο οι πολιτικές προεκτάσεις του έργου γίνονται με έμμεσο και χιουμοριστικό τρόπο. Εχει… πώς να το πω; Ο συγγραφέας αυτός έχει μια τσογλανιά. Μιλάει για θέματα πολύ βαθιά με έναν ιδιαίτερο τρόπο, που μόνο δήθεν δεν είναι. Και χωρίς να το θέλει, είναι τρομερά επίκαιρος».
Πράγματι, το έργο γράφτηκε το 2008, εν μέσω τρομοκρατικών χτυπημάτων στην Ευρώπη και λίγο πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Ο συγγραφέας ήταν τότε 36 ετών. Μεταξύ 30 και 40 είναι και όλοι οι συντελεστές της παράστασης του Κουτλή. «Είναι η γενιά μου, που περάσαμε την κρίση στα καλύτερά μας χρόνια», του λέω, «και τώρα περνάμε τη “μεταπανδημιακή” εποχή, όπως μας την παρουσιάζουν, στην οποία βιώνουμε μια νέα ματαίωση», με συμπληρώνει ο Γιώργος. «Εχουμε την πανδημία και τη διαχείριση της πανδημίας, τον πόλεμο και τη διαχείριση αυτού και πριν είχαμε την κρίση, ως αποτέλεσμα της “διαχείρισης” της μεταπολιτευτικής εποχής. Η κινητήρια δύναμη του έργου είναι ο φόβος.
Τώρα, έχουμε πάλι έναν φόβο, κυρίως εξαιτίας ενός βομβαρδισμού από τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης για τα όσα συμβαίνουν κι επιλέγουν να προβάλουν (καθώς δεν προβάλλουν τα πάντα, μόνο όσα θέλουν και όπως θέλουν). Ο συγγραφέας ζούσε σε καθεστώς φόβου και έκανε μια προσομοίωση σε έναν θεατρικό κόσμο. Τώρα, ζούμε τα όσα έγραψε: ακριβώς αυτή την προσομοιώση της βίας και του φόβου από τα όσα βιώνουμε κοινωνικά, χρόνια τώρα. Είτε αυτό ονομάζεται οικονομική κρίση, ενεργειακή, ακρίβειας, υγειονομική… Η γενιά μας μεγάλωσε προβληματικά. Μέσα στον φόβο και στη ματαίωση. Δύσκολα κάποιος μπορεί να κάνει όνειρα. Είναι πολύ βίαιο όλο αυτό – είμαστε η γενιά του κενού», μας λέει.
Του απαντάμε ότι, σύμφωνα με τη φυσική επιστήμη, «Το κενό βράζει!». «Η αλήθεια είναι πως νιώθω μια τεράστια δυναμική. Βλέπω και γνωρίζω παιδιά της γενιάς μας, που μάχονται για τα κοινά με έναν τρόπο που δεν έχω ξαναδεί και με έχει συγκινήσει πάρα πολύ. Και μέσω του Σωματείου των Ηθοποιών (δυστυχώς εμείς οι σκηνοθέτες δεν έχουμε) και μέσω άλλων κινήσεων και δράσεων. Νιώθω πως υπάρχει μια τεράστια ορμή, παρά τη ματαίωση και τον ωχαδερφισμό. Νιώθω ανθρώπους δίπλα μου που σου δίνουν δύναμη και σου λένε “Πάμε! Κι ας φάμε τα μούτρα μας!”.

Σε ένα πιο προσωπικό επίπεδο, οι άνθρωποι αυτοί είναι που με κρατάνε, καθώς ήρθαν πολύ γρήγορα θέσεις εξουσίας στη ζωή μου και φοβάμαι μήπως χαθώ και αλλοιωθώ μέσα σ’ αυτό. Είναι επικίνδυνο και θέλω οι γύρω μου να είναι εκεί ώστε να προλάβω, να μη γίνω ό,τι δεν θέλω – αυτά λέμε συχνά και με τον Βασίλη Μαγουλιώτη, έναν εξαιρετικά ταλαντούχο ηθοποιό και συγγραφέα, που γνωριζόμαστε από το Πανεπιστήμιο, έχω ανεβάσει έργο του και τώρα παίζει στην παράσταση. Πρέπει όλη την ώρα να έχεις ανοιχτές τις κεραίες και τους πομπούς σου ώστε να μη γίνεις αυτό που δεν θες – αυτό λέμε. “Να είσαι διαρκώς ανήσυχος”, όπως μας έλεγαν οι καθηγητές μας. Να μην επαναπαυόμαστε δηλαδή στις θέσεις και τις “δάφνες” μας ή στο έργο μας πάνω στην τέχνη. Ειδικά όταν έχεις κάποια θέση ισχύος, που μπορεί να σε κάνει να σταματήσεις να βγάζεις σπίθες! Από την άλλη, έξω απ’ το χορό, μπορείς εύκολα να γκρινιάζεις. Αν όμως αποδεχθείς τις προκλήσεις και προσπαθείς κι ας φας τα μούτρα σου, κάτι μπορεί να γίνει. Οι παρέες».
Ο ίδιος σπούδασε Νομική, καθώς υπάρχουν αρκετοί δικηγόροι στην οικογένεια και είναι κάτι που το ήθελε. «Παράλληλα έκανα θέατρο, από το σχολείο ακόμα – πήγαινα σε ελληνογαλλικό. Μπήκα στη θεατρική ομάδα καθώς ήταν πιο εύκολο να γνωρίσεις κορίτσια εκεί. Κατάλαβα όμως ότι με το θέατρο δεν καταλάβαινα πότε περνούσε ο χρόνος, ήμουν χαρούμενος μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη. Ετσι, παράλληλα με τη Νομική έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό και στο Ωδείο Αθηνών και κόπηκα. Τον επόμενο χρόνο ξανάδωσα και πέρασα στο δεύτερο – όπου πλέον διδάσκω κιόλας, γιατί είδες πώς τα φέρνει η ζωή; Τότε, πάντως, είχα καθηγητή τον Δημήτρη Ημελλο, έναν άνθρωπο που μου άλλαξε τη ζωή. Αλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τη ζωή συνολικά. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω ακριβώς… Θα πω πως μετά τον Ημελλο, έμαθα να μεταβολίζω αλλιώς τον κόσμο. Ηταν σαν να έψαχνα κάτι που δεν ήξερα ακριβώς τι είναι, αλλά με βοήθησε να το βρω. Νομίζω ότι αυτό είναι η ματιά του καλλιτέχνη. Το πώς μεταφράζεις, δηλαδή, τη ζωή μέσα σου. Εγώ θέλησα να το κάνω μέσω του θεάτρου. Ε, αυτό άλλαξε σε μένα.
Ο Δημήτρης είχε σπουδάσει στη Μόσχα, όπως και η Κατερίνα Ευαγγελάτου που επίσης μας δίδασκε στη σχολή, οπότε αποφάσισα να το τολμήσω κι εγώ. Θέλησα να πάω κι εγώ στην “πηγή”, όπου είχε και σχολή σκηνοθεσίας, που αυτό με ενδιέφερε. Ξεκίνησα κάποια μαθήματα ρωσικά όσο ήμουν στο στρατό και αμέσως μετά έκανα τη μοναδική μου παράσταση ως ηθοποιός, που ήταν ο “Ρήσος” του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Κ. Ευαγγελάτου, το 2015. Παράλληλα, πήγα Μόσχα για να δώσω εξετάσεις, πέρασα, έκανα την παράσταση και έφυγα αμέσως για τη σχολή… Στη Μόσχα σε σχέση με το πώς είναι τώρα, ήταν τέλεια. Στη Σχολή ήταν πολύ αυστηρά τα πράγματα και ακραίο το ωράριο (πήγαινες πρωί και έφευγες βράδυ).
Ωστόσο πέρασα υπέροχα. Βέβαια, ήταν το θέμα της γλώσσας, που είναι δύσκολη πολύ! Θυμάμαι στο πρώτο μάθημα δεν κατάλαβα απολύτως τίποτα – μόνο μια στιγμή που κάποιος είπε το όνομα “Μάθιου Μακόναχι” κατάλαβα! Δεν είχα ιδέα τι έλεγαν. Είχα έναν φίλο και μου έδινε τις σημειώσεις του και μου εξηγούσε και καθώς περνούσαν οι μήνες, καταλάβαινα όλο και περισσότερα. Πλέον, κάνω εγώ τις μεταφράσεις των ρωσικών έργων που έχω ανεβάσει. Τότε όμως, ακριβώς επειδή δεν καταλάβαινα καλά τη γλώσσα, παρατηρούσα τα σώματα, τα πρόσωπα, την ενέργεια – κάτι που χρειάζεται πολύ για έναν σκηνοθέτη. Μέσω της αίσθησης, συμπλήρωνα τα νοήματα. Ισως όμως το σημαντικότερο του ότι σπούδασα σε μια γλώσσα που δεν ήξερα, είναι πως με επηρέασε στον τρόπο που σκηνοθετώ: έχω μια μανία με τους κλόουν, δηλαδή το σωματικό, σιωπηλό θέατρο με μια εσωτερική θλίψη. Αν και ως παιδί μιλούσα πολύ, τότε, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, έκλεισε το στόμα μου και άνοιξαν τ’ αυτιά μου. Οπότε νομίζω ότι και το θέατρο που κάνω τώρα έχει να κάνει περισσότερο με τις διαθέσεις, τις προθέσεις, τις ενέργειες και τα σώματα».

Ο Γιώργος Κουτλής, επιστρέφοντας από τη Μόσχα, έκανε την πρώτη του παράσταση στην τότε Πειραματική του Εθνικού (2019), λίγο πριν την κλείσει ο Δ. Λιγνάδης και έπειτα από πολύ αγώνα και τώρα (πώς τα φέρνει η ζωή!) έγινε ο ίδιος καλλιτεχνικός διευθυντής της νέας Πειραματικής που ξανάνοιξε ο Γιάννης Μόσχος: «Είναι περίεργα όλα αυτά, στ’ αλήθεια. Οντας ακόμα στη Μόσχα, κατέθεσα την πρόταση στους τότε διευθυντές της Πειραματικής, τους Ανέστη Αζά και Πρόδρομο Τσινικόρη – δύο απίστευτους καλλιτέχνες και δημιουργούς! Τη δέχτηκαν, επιστρέφω και αλλάζει η κυβέρνηση.
Τη θέση του Λιβαθινού την έδωσαν στον Λιγνάδη και ο ίδιος έκλεισε την Πειραματική Σκηνή. Με πολλούς αγώνες, και με το ΣΕΗ και επειδή υπήρχε ήδη η συμφωνία, αποφασίστηκε να γίνει τελικά η παράσταση (σ.σ. ήταν το “Παίζοντας το θύμα” των Ολεγκ και Βλαντιμίρ Πρεσνιακόφ). Και την ώρα που γινόταν η γενική πρόβα, ο Μητσοτάκης ανακοινώνει πως θα κλείσει τα θέατρα, λόγω πανδημίας. Θυμάμαι τους θεατές να μου λένε “μπράβο” και “συλλυπητήρια” συγχρόνως. Τελικά έγινε μετά από μήνες, για λίγες παραστάσεις. Εν τω μεταξύ έσκασε το σκάνδαλο Λιγνάδη, επελέγη με διαγωνισμό νέος διευθυντής στο Εθνικό, ο Μόσχος, και τώρα είμαι κι εγώ, για την επόμενη σεζόν, στη θέση των Αζά και Τσινικόρη τότε. Είναι ένας περίεργος κύκλος όλο αυτό, που όμως με συγκινεί και πάντα λέω πως θέλω να συνεχίσω το δικό τους έργο».
«Η ύπαρξη του θεάτρου είναι καθαρά κοινωνική», συνεχίζει. «Εχεις βήμα και μπορείς να επιλέξεις τι επικοινωνείς και τι αναπαράγεις. Αρα κρίνεσαι και πολιτικά… Δεν είναι δυνατόν άνθρωποι σαν τον Λιγνάδη και τον Φιλιππίδη, που νομίζουν ότι τους ανήκει ο κόσμος και είναι πάνω από νόμους και όρια, πως μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν σε όποιον θέλουν με όποιον τρόπο θέλουν, να συνεχίζουν έτσι. Είναι καιρός να τελειώσουμε μια και καλή με όλη αυτή την εξουσιολαγνεία και την έλλειψη κάθε επίγνωσης των συνεπειών. Είναι καιρός να μη σηκώνουμε μύγα στο σπαθί μας. Να μην ξανατολμήσει κανείς να συμπεριφερθεί έτσι ξανά!»
? Η παράσταση «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι» ανεβαίνει 18-21.7.2022, στην Πειραιώς 260 (Η), στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Πρωταγωνιστούν: Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Θάνος Λέκκας, Βασίλης Μαγουλιώτης. Εισιτήρια: aefestival.gr.
? Οι «Παίχτες» του Γκόγκολ σε σκηνοθεσία Γ. Κουτλή θα συνεχίσουν για 2η χρονιά στο Θέατρο Πειραιώς (12.10-30.11.2022).
