Τελικώς δύο είναι οι σταθερές μας τα καλοκαίρια: σινεμαδάκι και οι συναυλίες του Χαρούλη. Ναι, περιμένουμε πώς και πώς να δούμε τον καλλιτέχνη που έχει επιλέξει να έρχεται κοντά μας με αυτόν τον τρόπο. Κοντά μας; Οχι πάντα…
Ξυλόκαστρο, και οι γύρω περιοχές κι εμείς αυτήν την καλοκαιριάτικη ανάσα θελήσαμε να πάρουμε προχθές: ο Χαρούλης στο Πάρκο Κυκλοφοριακής Αγωγής, για να τραγουδήσουμε μαζί του τα αγαπημένα μας αλλά και να μας φέρει το «Κολιμπρί» του τα καινούργια. Να δούμε τον Κρητικό που σπάει τις χορδές εκτός από εκείνες της ουράς του λευκού αλόγου με την οποία μας έχει δέσει χρόνια τώρα.
Από τις 7.30 στηθήκαμε στην ουρά (όχι του αλόγου, αλλά των θαυμαστών), υπομονετικά, αλλά και μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τυχόν κι αρχίσει η βροχή και ακυρωθεί το αντάμωμα που λαχταρούσαμε. Οταν τελικά άνοιξε η πύλη (πραγματική), μπήκαμε σ’ έναν τεράστιο χώρο, χωμάτινο και με τεράστιες «υπόγειες» κοτρώνες. Στα 200 μέτρα από τη σκηνή δυο ξυλινομεταλλικές εξέδρες, μικρές (ή έτσι φαίνονταν σε σύγκριση με την τεράστια αλάνα), αλλά και με σκαλοπάτια 70 πόντους ύψος το καθένα – μεζούρα δεν είχα, που θα το ήθελα για να είμαι ακριβής.
Αλλουνού η μέση, αλλουνού η ηλικία, η κούραση της ημέρας δεν επέτρεπαν την ορθοστασία και σκαρφάλωναν οι άνθρωποι σαν τα κατσίκια για να καθίσουν· οι πιο νέοι πήγαν μπροστά στη σκηνή – υπέροχα νιάτα! Στις εξέδρες πανικός, οι πιο δυνατοί τραβούσαν τους μεγαλύτερους ή αδύναμους να ανεβούν. Κι άντε λες «ανέβηκα», εμ το κατέβασμα; Σάλτο μορτάλε, λέμε.
Κι αφού κάθισες, κι αφού σε λυπήθηκε ο Θεός, που παρά τα βαριά κατάμαυρα σύννεφα δεν επέτρεψε τη νεροποντή άρχισε η αναζήτηση του Χαρούλη… Πού είναι; Ακούγαμε τη φωνή του και μάλλον αυτή ήταν απ’ όσο μας άφηναν να καταλάβουμε οι κάκιστες μικροφωνικές εγκαταστάσεις, μορφή όμως δεν βλέπαμε (μάτριξ; θα αστειεύεστε), τη φιγούρα του, ναι, τη διακρίναμε. Είπε τα καινούργια του τραγούδια που δεν τα ακούσαμε ή, καλύτερα, δεν τα αισθανθήκαμε, γιατί τελικά τι έχει μοναδικό ο Γιάννης; Τους συγκλονιστικούς στίχους και τον τρόπο που τους «μιλάει».
Τώρα για να καταλάβετε, εμείς οι σκαρφαλωμένοι ήταν σαν να βάλαμε το ραδιόφωνο που έκανε μπόλικα παράσιτα, ακούγαμε τη μουσική αλλά από λογάκια, τίποτα.
Αλλά ας δώσουμε την εικόνα σωστά. Σκηνή· μπροστά πολλοί νέοι· πίσω τους ένα τεράστιο κενό όπου έπαιζαν παιδάκια, που τα κυνηγούσαν οι γονείς και χαίρονταν πιο πολύ από όλους μας· και πιο πίσω, στο βάθος, εμείς των δύο άθλιων εξεδρών.
Ισως, αν το ξέραμε, να παίρναμε μαζί μας την ψάθα να καθίσουμε χαμαί. Ενα καρεκλάκι, κάτι… Ναι, δεν φταίει ο Χαρούλης, αλλά οι διοργανωτές που δεν αντάμωσαν το φορτηγάκι με τις πλαστικές καρέκλες. Αλλά νομίζω πως ένα μέρος της ευθύνης έχει και ο καλλιτέχνης που, βλέποντας αυτόν τον χώρο, έπρεπε να αναρωτηθεί «Πού θα είναι οι φίλοι μου οι μεγαλύτεροι, οι πιο αδύναμοι; Πώς θα τους μάθω να ζούμε μαζί κι αυτά τα καινούργια μου τραγούδια;».
Τα γράφω γιατί αλλιώς θα αισθάνομαι σαν το «Κολιμπρί», που «είναι άλαλο για να τ’ ακούσεις, μια στάλα είναι να το δεις». Τα γράφω γιατί με πόνεσε το «γοβάκι», όχι αυτό που φορούσα, αλλά αυτό που δεν μπόρεσα να απολαύσω καθώς το τραγουδούσες, Γιάννη. Αλλά θα περιμένω να ανταμώσουμε ξανά το άλλο καλοκαιράκι για τη μέθεξη που μου χρωστάς. Στην υγειά μας, κοπέλι.
