Καθώς η κατάργηση της υποχρεωτική ομοφωνίας στην Ε.Ε. έχει ήδη εγερθεί ως πρόταση στο πλαίσιο της Διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης και έχει υποστηριχτεί από αρχηγούς κρατών-μελών, αποκτά ιδιαίτερη σημασία το άρθρο του Διονύση Γ. Δημητρακόπουλου, αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στην έδρα Jean Monnet, στο Κολέγιο Birkbeck, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου.
● Η ενδιαφέρουσα άποψη της κ. Ψαρά περί ομοφωνίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση («Εφ.Συν.» 22 Ιουνίου 2022) χρήζει απάντησης για τέσσερις βασικούς λόγους.
Πρώτον, η υποστήριξη της ομοφωνίας γενικά δεν λαμβάνει υπ’ όψιν το κόστος που έχει αυτή για την ποιότητα των αποφάσεων. Αντί πολλών παραδειγμάτων, παραπέμπω απλώς στα συνεχή προσκόμματα που θέτει -μέσω βέτο- η κυβέρνηση Ορμπαν με πιο πρόσφατο παράδειγμα το μπλοκάρισμα της συμφωνίας περί ελάχιστης φορολόγησης επιχειρήσεων, που είναι επί δεκαετίες στόχος και αίτημα όλων το προοδευτικών δυνάμεων εντός και εκτός της Ε.Ε. Ομόφωνες αποφάσεις είναι συχνά κακές αποφάσεις γιατί «κοιτούν» τους πολιτικούς παίκτες και όχι το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί.
Δεύτερον, το αν είναι πράγματι «όπλο» η ομοφωνία, δεν περιορίζεται στα «μικρά» κράτη. Αντιθέτως, είναι εργαλείο κυρίως για τα μεγάλα κράτη που είναι πολύ πιο ευεπίφορα σε συμπεριφορές που δεν δίνουν τη δέουσα σημασία στο κοινό καλό. Η «κρίση της κενής έδρας», που προκάλεσε ο Γάλλος πρόεδρος Ντε Γκολ το 1965, το «τσεκ της κ. Θάτσερ» τη δεκαετία του 1980, η στάση της Γερμανίας σε πολλές πρόσφατες περιπτώσεις δείχνουν ότι ο ατομισμός που εμπεριέχει ο κανόνας της ομοφωνίας δεν περιορίζεται στα μικρά κράτη που πρέπει να «αμυνθούν».
Τρίτον, η ομοφωνία είναι βαθύτατα αντιδημοκρατικός κανόνας διότι κρύβει τις διαφωνίες (αδιαφάνεια) που υπάρχουν εντός των κρατών-μελών της Ε.Ε. σχετικά με τη φύση του ενοποιητικού εγχειρήματος αλλά και τις απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα που απασχολούν τους Ευρωπαίους πολίτες. «Τσουβαλιάζει» δηλ. την προοδευτική μαζί με τη συντηρητική αντίληψη για οποιοδήποτε θέμα που υπόκειται στον κανόνα της ομοφωνίας – αρκεί η «εθνική» κυβέρνηση να πάρει θέση. Συνέπεια αυτού είναι να εγκλωβίζει τον πολίτη σε μια θεώρηση των περί την Ε.Ε. πραγμάτων που παραμένει εθνοκεντρική, τη στιγμή που η ίδια η κοινωνία αντιλαμβάνεται τη διαφορά π.χ. μεταξύ κοινωνικών τάξεων, άρα και μεταξύ αριστερής και δεξιάς αντίληψης. Με άλλα λόγια η ομοφωνία παραπέμπει σε «γαλλική», «γερμανική», «ελληνική», «ουγγρική» Ευρώπη κι όχι στην αριστερή ή δεξιά Ευρώπη. Η δε χρήση της από τα διακυβερνητικά όργανα της Ε.Ε. ακυρώνει στην πράξη την ισοτιμία μεταξύ των πολιτών που από τη φύση της εκφράζει το μόνο άμεσα εκλεγμένο όργανό της το οποίο είναι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Τέλος, η ομοφωνία είναι αμυντικό εργαλείο, δηλαδή υπονομεύει αντί να προωθεί το ενοποιητικό εγχείρημα. Η υποστήριξη της ομοφωνίας συνιστά δήλωση ότι πρέπει η Ε.Ε. να περιμένει π.χ. να γίνει η Ουγγαρία δημοκρατική, μετά προοδευτική, για να προχωρήσουμε στις λύσεις που απαιτούν οι καιροί.
Πλαφόν στην τιμή της ενέργειας αντί για μελέτες

«Το Συμβούλιο απέτυχε να κατανοήσει τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι σε όλη την Ευρώπη, με συμπεράσματα που δεν ανταποκρίνονται στις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της ρωσικής επιθετικότητας στην Ουκρανία», δήλωσε ο γενικός γραμματέας της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, Luca Visentini, μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης του Συμβουλίου, που απέτυχε να λάβει δραστικά μέτρα για την αντιμετώπιση των υψηλών ενεργειακών τιμών.
«Καλούμε το Συμβούλιο να συγκαλέσει επειγόντως Σύνοδο Κορυφής σε ευρωπαϊκό επίπεδο –στο ανώτατο θεσμικό επίπεδο και με τη συμμετοχή κοινωνικών εταίρων–, για να λάβει τις απαραίτητες ενέργειες σε αυτόν τον τομέα, συμπεριλαμβανομένης της συνέχισης και της αναχρηματοδότησης του SURE και της διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής του», επισήμανε ο γενικός γραμματέας της ΣΕΣ (ETUC) και πρόσθεσε:
«Είναι σημαντικό να ενταθούν οι προσπάθειες και οι πρωτοβουλίες, για να σταματήσει ο φρικτός πόλεμος μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και να επιτευχθεί ειρήνη, καθώς και η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας και υποστήριξης στον ουκρανικό λαό, για την υποδοχή και την προστασία των προσφύγων στην Ε.Ε. και στις γειτονικές χώρες.
Περίπου 9,5 εκατομμύρια εργαζόμενοι είχαν προβλήματα να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους στο παρελθόν και ο πόλεμος έχει βυθίσει εκατομμύρια ακόμη στη φτώχεια καυσίμων. Την ίδια στιγμή, οι ενεργειακές εταιρείες σημειώνουν τραπεζικά κέρδη – ρεκόρ. Οι άνθρωποι χρειάζονται ένα ανώτατο όριο τιμής ενέργειας τώρα, όχι μια μελέτη “σκοπιμότητας”.
https://multimedia.europarl.europa.eu/en/webstreaming?d=20220630&lv=COMMITTEES.
Κάθε Δευτέρα η «Eφ.Συν.» ενημερώνει τους αναγνώστες της σταθερά μέσα από αυτήν τη σελίδα για ειδήσεις που «γεννιούνται» στα όργανα της θεσμικής Ευρώπης και δεν βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.
