Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχει συνεργαστεί με τον Φεντερίκο Φελίνι και τον Ούγκο Πρατ, με τους οποίους τον συνέδεε βαθιά φιλία. Τα βιβλία του έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα. Εχει κινηθεί με επιδεξιότητα μεταξύ των πολιτικών κόμικς, της επιστημονικής φαντασίας, του μαγικού ρεαλισμού, της ιστορικής αφήγησης και του ερωτισμού με μια ιδιαίτερη προτίμηση στον τελευταίο.

Ο Μίλο Μανάρα (γεν. 1945) είναι ένας ζωντανός θρύλος των ευρωπαϊκών κόμικς που πλησιάζει τα ογδόντα, παραμένοντας ακμαίος και δημιουργικός. Στην πολύ πλούσια αυτοβιογραφία του που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις ΚΨΜ με τίτλο «Αυτοπροσωπογραφία» (μετάφραση: Χρήστος Σιάφκος, 224 σελίδες) αφηγείται τις σημαντικότερες στιγμές μιας ονειρικής διαδρομής που από την ορεινή Βόρειο Ιταλία τον οδήγησε στην παγκόσμια καταξίωση, σε δεκάδες βραβεία και διακρίσεις και σε εμβληματικά έργα (στην Ελλάδα κυκλοφορούν πολλά από αυτά με σημαντικότερα ίσως το «Ινδιάνικο Καλοκαίρι», το «Ταξίδι στην Τουλούμ», τη σειρά με πρωταγωνιστή τον Τζουζέπε Μπέργκμαν, το «Σιμμιόττο» κ.ά.).

Ο Μίλο Μανάρα εξομολογείται…

Με αφορμή την «Αυτοπροσωπογραφία» και με ευχαριστίες στις εκδόσεις ΚΨΜ για την παραχώρηση της άδειας προδημοσίευσης, επιλέγουμε ορισμένα από τα σημεία αυτής της μοναδικής πορείας.

Για την αρχή

Ολα άρχισαν στα τοιχώματα μιας σπηλιάς. Το πρώτο επάγγελμα στον κόσμο για το οποίο διατηρούμε κάποια βεβαιότητα είναι του σκιτσογράφου, του σχεδιαστή. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η φυλή μας ξεκίνησε τις δραστηριότητές της σχεδιάζοντας, με τον ίδιο τρόπο που τα μικρά παιδιά σχεδιάζουν για να γνωρίσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο. Μετά, τα πιο πολλά τα παρατάνε. Κάποια ωστόσο συνεχίζουν, και για καλή μου τύχη είμαι κι εγώ ένα απ’ αυτά.

Τα πρώτα διαβάσματα

Οι μνήμες των καλοκαιριών εκείνης της εποχής συνδέονται με τα λιμανάκια και τους καλαμιώνες. Ο χειμώνας, αντιθέτως, είναι συνυφασμένος με το διάβασμα. Ηταν η κύρια απασχόλησή μου και το μεγάλο μου πάθος. Το σπίτι μας ήταν γεμάτο βιβλία. Ελειπαν, όμως, και μου έλειπαν κι εμένα, τα κόμικς για παιδιά. Οπως όλες οι δασκάλες του καιρού εκείνου, η μητέρα μου τα απαγόρευε, αφού θεωρούνταν αντιπαιδαγωγικά. Αντ’ αυτών, ήμουν περικυκλωμένος από μυθιστορήματα, πολλά και κάθε είδους. Ο έρωτάς μου για την περιπέτεια ξεκίνησε μέσα από τα βιβλία (σίγουρα και μέσα από τα γρανάζια του ρολογιού). Πρώτα απ’ όλα υπήρχαν τα μυθιστορήματα του Σαλγκάρι. Και τα κλασικά του Ντίκενς και του Κίπλινγκ. Και βέβαια, εκτός από τη λογοτεχνία, είχαμε και την Enciclopedia dei ragazzi (Εγκυκλοπαίδεια των παιδιών) των εκδόσεων Mondadori. Ακόμα την έχω. Απαίτησα να δοθεί σ’ εμένα όταν με τ’ αδέλφια μου μοιραστήκαμε την κληρονομιά των γονιών μας.

Ο Μίλο Μανάρα εξομολογείται…

Και τα πρώτα κόμικς

Τα πρώτα τεύχη κόμικς που έπεσαν στα χέρια μου, όταν ήμουν ήδη δέκα χρονών, αποτελούνταν από συρραμμένες σελίδες, περιλήψεις ουσιαστικά πολυδιαβασμένων μυθιστορημάτων, που δίνονταν δώρο με το γάλα μαγνησίας San Pellegrino. Θυμάμαι το «Il Capitan Fracassa» (Καπετάν Φρακάς), από το κλασικό έργο του Τεοφίλο Γκοτιέ (τότε μετέφεραν στα ιταλικά όλα τα ξένα ονόματα, π.χ. Τζούλιο Βερν, Ρομπέρτο Λουίτζι Στίβενσον, Μικέλε ντα Θερβάντες…). Εκείνο το τομίδιο ήταν σχεδιασμένο υπέροχα, ένας Θεός ξέρει από ποιον. Ισως από τον Ρίνο Αλμπερταρέλι. Μάταια το έψαξα στην πορεία των χρόνων. Σιγά μην ανέφεραν εκείνους τους καιρούς τα ονόματα των σχεδιαστών κόμικς. Και αυτό το λέω για να γίνει αντιληπτό ότι δεν τους έδιναν την παραμικρή σημασία. Οπως κατάλαβα κι εγώ ο ίδιος χρόνια μετά, επρόκειτο για ένα επάγγελμα για το οποίο δεν μπορούσες να είσαι υπερήφανος.

Η «αποτυχία»

Εχω ζήσει ξανά και ξανά τη σκηνή στο μυαλό μου. Εμπαινες σ’ εκείνες τις γιγαντιαίες αίθουσες της Ακαδημίας Καλών Τεχνών. Επρόκειτο για ένα μεγαλειώδες μέγαρο του 16ου αιώνα, με πανύψηλα ταβάνια και εντυπωσιακούς χώρους. Στις αίθουσες υπήρχαν τα τεράστια μαύρα θρανία που χρησιμοποιούσαν τότε. Τόσο μαύρα, που έμοιαζαν με γόνδολες. Πάνω σε κάθε θρανίο ήταν τοποθετημένο ένα πλαστικό βαζάκι μ’ ένα επίσης πλαστικό κυκλάμινο. Ενα πράγμα μίζερο και θλιβερό. Η εξέταση συνίστατο στο να σχεδιάσουμε αυτό το ταλαίπωρο πλαστικό κυκλάμινο.

Ο Μίλο Μανάρα εξομολογείται…

Πιστεύω ότι πρέπει να έφτιαξα κάτι α λα Πικάσο, για να το πούμε έτσι. Διότι εγώ ήμουν ο ψαγμένος, που ήξερε τι του γινόταν. Ολοι οι άλλοι ήσαν παιδάκια δεκατριών χρόνων κι εγώ δεκαοχτάρης. Είχα ήδη τελειώσει το Καλλιτεχνικό Λύκειο. Τι θα έπρεπε να αποδείξω! Θεωρούσα προσβλητικό να σχεδιάσω ένα πλαστικό κυκλάμινο. Κι έτσι, απέδωσα εκείνο το πράγμα με μια τεχνοτροπία μεταξύ κυβισμού και άμορφης τέχνης. Το αποτέλεσμα: με έκοψαν. Με έκοψαν! Αδυνατώ να το πιστέψω ακόμα και τώρα.

Για τον Μπεροκάλ και την έμπνευση

Πέθανε στις αρχές του 2000. Το 1972, ωστόσο, αποφάσισαν στη Μάλαγα, τη γενέθλια πόλη του Πάμπλο Πικάσο, να αφιερώσουν στον ζωγράφο ένα μνημείο, και γι’ αυτό κάλεσαν τον Μπεροκάλ. Εκείνος, όντας αντιφασίστας, ζούσε και δούλευε αυτοεξόριστος μακριά από την Ισπανία. Οταν τον γνώρισα, έμενε σε μια μεγάλη βίλα του 16ου αιώνα στο χωριό μου, το Νεγκράρ, όπου είχε και το στούντιό του. Το πάρκο γύρω απ’ αυτήν ήταν τεράστιο κι οι επισκέπτες του σημαντικοί. Εκεί συνάντησα την Παλόμα Πικάσο, τον Ρομπέρτο Σεμπαστιάν Μάτα… και μια φορά, από μακριά, είδα στα μονοπάτια του πάρκου τον Σαλβαδόρ Νταλί. Το εσωτερικό της βίλας ήταν γεμάτο από έργα τέχνης, στους τοίχους οι πίνακες ήσαν πολλοί, ανάμεσά τους και κάποιες μεταξοτυπίες του Ούγκο Πρατ.

Ο Μίλο Μανάρα εξομολογείται…

Αναπαριστούσαν Αγγλους στρατιώτες που φορούσαν κόκκινες στολές και μπορούσαν να ανταγωνιστούν τους πίνακες των μεγάλων ζωγράφων. Ε, σ’ εκείνη τη βίλα συναντήθηκα με το μεγάλο Κόμικ. Η σύζυγος του Μιγκέλ Μπεροκάλ ήταν Γαλλίδα, και από το Παρίσι της έστελναν όλα τα νέα βιβλία, περιλαμβανομένων και κόμικς. Ετσι έπεσαν στα χέρια μου οι ιστορίες της Μπαρμπαρέλας, της ηρωίδας που δημιούργησε ο Ζαν Κλοντ Φόρεστ, με πρότυπο την Μπριζίτ Μπαρντό. Κεραυνοβολήθηκα όπως ο Απόστολος Παύλος στην οδό προς τη Δαμασκό. Μέσα σε μια στιγμή κατάλαβα. Κατάλαβα τι ήταν εκείνο –ακριβώς εκείνο– που ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Που έπρεπε να κάνω στη ζωή μου. Ετσι, εγκατέλειψα τα πάντα: την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική, τη ζωγραφική… όλα. Κι άρχισα να σχεδιάζω σαν μανιακός. Να σχεδιάζω κόμικς.

Για τον Ούγκο Πρατ

Τώρα που το σκέφτομαι, εξακολουθώ και σήμερα να μην τον αποκαλώ «Ούγκο». Οπως όταν ζούσε… Ενώ κάναμε παρέα, κουβεντιάζαμε και πίναμε, δουλεύαμε και ταξιδεύαμε μαζί, δεν τον αποκάλεσα ποτέ με το μικρό του όνομα. Τον προσφωνούσα πάντα «Δάσκαλο».

Για τον Φελίνι

Ο Μίλο Μανάρα εξομολογείται…

Η αγάπη του Φελίνι για τα κόμικς ήταν τεράστια και ειλικρινής, χωρίς ίχνος υπεροψίας. Για αυτόν, ήταν τιμή να γνωρίζει τους δημιουργούς μιας τέχνης που θεωρούσε πραγματική. Μεταξύ άλλων, είχε συναντήσει τον Γουόλτ Ντίσνεϊ και τον Τσαρλς Σουλτς, δύο κολοσσούς. Εγώ τον σύστησα στον Μέμπιους και στον Ούγκο Πρατ. […] Ο Φεντερίκο Φελίνι είχε έντονα, βαθιά αισθήματα για μένα. Ηταν λες και προσωποποιούσα την αγάπη και τη συμπάθεια που είχε από πάντα για τους κομίστες. Λες και οι δυο μας ήμασταν από πάντα μαζί, από τα παιδικά μας χρόνια.

Για τα πλούτη

Αν ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο μού έλεγε «θα σου προσφέρω όλα τα αγαθά μου με αντάλλαγμα τη δυνατότητά σου να σχεδιάζεις», θα του απαντούσα αρνητικά. Θα του έλεγα: «Κράτα εσύ τα πλούτη σου, γιατί η ζωή μου είναι το σχέδιο. Δίχως αυτό δεν έχω ζωή».