ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι κριτικές θεωρήσεις για την κοινωνία και την οικονομία εστιάζουν σε ένα σημείο που, μόνο του, δεν περιγράφει τη μεγάλη εικόνα. Και για όσο διάστημα –λένε– οι οικονομικές και πολιτικές διαδικασίες κυριαρχούνται από μανδαρίνους που υπηρετούν μόνο την αγορά, θα προχωρά ο θεσμικός εκφυλισμός της κοινωνίας· αν θέλετε του δυτικού κόσμου· αν θέλετε της χώρας. Είναι μια άποψη που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί δίχως να μελετηθεί. Βέβαια, η ενοχοποίηση οποιουδήποτε τολμήσει να ρίξει μια ματιά στον ρόλο του κράτους ή στη σφαίρα της κοινωνικής δικαιοσύνης, υποκρύπτει και ένα κοινωνικοπολιτικό δίλημμα: Ποιους αφεντάδες υπηρετώ; Αλλά το πράγμα δεν σταματάει εδώ. Οποιαδήποτε επιλογή, ανάμεσα στους πολλούς ή τους λίγους, ή ανάμεσα στο κράτος και την αγορά, θα έχει μεσο- και μακροπρόθεσμες συνέπειες. Το τελευταίο με τη σειρά του σημαίνει –ακόμα κι αν δοθεί απάντηση σ’ ένα δημόσιο δίλημμα– ότι δύσκολα η κόπρος του Αυγείου θα μεταμορφωνόταν ως διά μαγείας σε ροδόκηπο.

Οταν, για παράδειγμα, ο πατέρας του κλασικού φιλελευθερισμού, ο Ανταμ Σμιθ, τον 18ο αιώνα περιέγραφε το «στάσιμο κράτος» ως κατάσταση μιας άλλοτε πλούσιας χώρας που έχει πάψει να αναπτύσσεται, τόνιζε κυρίως τον αντιδημοκρατικό, τον οπισθοδρομικό χαρακτήρα και τη φαυλότητά της: «Σε μια χώρα όπου μολονότι οι πλούσιοι ή οι κάτοχοι των μεγάλων κεφαλαίων απολαμβάνουν αρκετή ασφάλεια, οι φτωχοί ή οι κάτοχοι μικρών κεφαλαίων απολαμβάνουν ελάχιστη και είναι και εκτεθειμένοι, με το πρόσχημα της δικαιοσύνης, στον κίνδυνο της λεηλασίας και της αρπαγής από υποδεέστερους μανδαρίνους…» Και εδώ, περίπου, διατυπώνεται από την αντίστροφη πορεία το ίδιο ηθικό δίλημμα: Με τους πλούσιους ή με τους φτωχούς;

Ο Αμερικανός οικονομολόγος Τζον Κ. Γκαλμπρέιθ στην «Εποχή της αβεβαιότητας» μιλούσε για το θέμα της ανοησίας – έβαζε, δηλαδή, μια άλλη παράμετρο στη σφαίρα των διλημμάτων. Είχε πει ότι όλοι οι ηγεμόνες στη Γερμανία, στην Α. Ευρώπη και σε όλες τις χώρες θεωρούσαν τη δουλειά τους κάτι σαν οικογενειακό δικαίωμα και παράδοση. Αλλά αν είναι η κληρονομιά που δίνει σε κάποιον τα προσόντα για ένα αξίωμα, τότε –είχε πει– η εξυπνάδα δεν αποτελεί προϋπόθεση. Ούτε η έλλειψή της αποτελεί λόγο για να τον απορρίψει κάποιος. Αντίθετα η εξυπνάδα είναι μια απειλή γι’ αυτούς που δεν τη διαθέτουν και, επομένως, υπάρχει ένας πολύ σοβαρός λόγος να εξαιρούνται από τη δημόσια σφαίρα, όσοι τη διαθέτουν. Οπως, στο 1914, έτσι και σήμερα, δεν βλέπουμε κάποια ευκολία απάντησης στο δίλημμα «Πόλεμος ή ειρήνη» και καμία απάντηση για το τι θα σημαίνει η συνέχιση ενός πολέμου, για την Ε.Ε., για τις χώρες-μέλη της, για την Ελλάδα εν προκειμένω, ή ακόμα για την Κίνα, τις ΗΠΑ ή και την ίδια τη Ρωσία.

Το ζήτημα είναι ότι πίσω από τα διλήμματα υπάρχει μια σειρά άλλων επιλογών που δεν συζητούνται. Οι αγκυλώσεις προκρίνουν τις διλημματικές εκδοχές. Οι δυϊσμοί πάντα έδιναν μια κάποια «λύση» στα αδιέξοδα. Φυσικά, υπάρχουν και πολιτικές μετασχηματιστικές στοχεύσεις. Και οι στοχεύσεις περνούν από την ιδιωτική σφαίρα των πεποιθήσεων, αξιών και ιδεών που εξηγούν τη μορφοποίηση των διλημματικών επιλογών και τη σειρά προτεραιότητας που παίρνουν στην πρακτική και πολιτική σφαίρα. Αλλά, ακόμα και έτσι, υπάρχει κάποιο όριο στα διλήμματα. Κανένας μετασχηματισμός δεν γίνεται κατανοητός ως θετικός ή επιθυμητός, κυρίως όταν επιβάλλεται από άτομα που υπηρετούν άλλα συμφέροντα, διαφορετικά από τα πραγματικά κοινωνικά συμφέροντα. Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα αποτυχίας στην υλοποίηση επιβεβλημένων μετασχηματισμών, με αποτέλεσμα την παράταση της παρακμής κρατών, επιχειρήσεων, κοινωνικών θεσμών κ.λπ. Οι ενδείξεις και τα σήματα των μετασχηματισμών μερικές φορές να είναι δύσκολο να εντοπιστούν, και φωτίζονται μόνον εκ των υστέρων με ιστορικές αναδρομές.

Το ίδιο θα συμβεί και με το δίλημμα «Βιβλιοθήκη ή βαριοπούλα». Δεν είναι αυτό το δίλημμα. Το δίλημμα είναι Πανεπιστήμιο για τους μη ευνοημένους της κοινωνίας ή Πανεπιστήμιο για τους λίγους. Το δίλημμα είναι ενίσχυση των δημοκρατικών συναισθημάτων και της επιστήμης που θεραπεύει το Πανεπιστήμιο ή κάτι άλλο. Το δίλημμα είναι η ενίσχυση και θωράκιση του Πανεπιστημίου με πόρους ή η κατασυκοφάντησή του και ο μετασχηματισμός του –μέσω της αστυνομίας– σε κάτι άλλο.

Και, ξανά, με την υπόμνηση: Συνήθως, στα διλήμματα που ανάγονται στη σφαίρα της πολιτικής ή στα ψευδοδιλήμματα, την καλύτερη απάντηση δεν την δίνει ένα κείμενο (ακόμα κι ένα μανιφέστο) ούτε καν οι αναγνώστες του που μπαίνουν και αυτοί στη διαδικασία να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν. Την απάντηση τη δίνει ο χρόνος, δίχως πάντα να δικαιώνει αυτούς που θέτουν διλήμματα και τον χρόνο και τον τρόπο που τα θέτουν.