Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Νίκος Πετρουλάκης είναι ένας από τους πιο συνεπείς, διαβασμένους κι εμπεριστατωμένους μουσικογραφιάδες στην Ελλάδα. Εδώ και πολλά χρόνια. Αμέτρητα κείμενα, αστείρευτες γνώσεις, η λιακάδα ενός καθ’ όλα φωτεινού μυαλού.

Τι έκανε λοιπόν τώρα ο Νίκος; Κάτι που το σκεφτόταν ο ίδιος πολλά χρόνια, κάτι που περιμέναμε πώς και πώς όλοι εμείς που τον διαβάζαμε από πιτσιρικάδες. Μάζεψε σε ένα βιβλίο μία σειρά από κείμενά του, πρόσφατα αλλά και παλιότερα. Υπεύθυνος για την έκδοση του «Playback» ο πολυπράγμων Ματθαίος Φραντζεσκάκης των Εκδόσεων Πυξίδα, ο υπεύθυνος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Χανίων. Και κάπως έτσι έχουμε σε βιβλίο τις εξομολογήσεις ενός αμετανόητου βινιλιομανούς σε θέση playback. Τι καλύτερη ευκαιρία λοιπόν για μια ευρεία συζήτηση με τον Νίκο περί μουσικής γενικότερα και μουσικής δημοσιογραφίας ειδικότερα.

● Πώς ορίζεται η αξιοπρέπεια στη μουσική;

Σύμφωνα με τον Μπομπ Ντίλαν, δεν υπάρχει φωτογραφία της αξιοπρέπειας. Οπότε θαρρώ πως όσοι δημιουργοί αποφασίζουν να πορευτούν με έναν κάποιο στοιχειώδη αυτοσεβασμό, θα προσπαθούν συνεχώς να ξεχωρίσουν από ποιο βάθος ανεβαίνουν οι αχνοί ψίθυροι και από ποιο οι άγριες κραυγές – από εκείνο της ψυχής ή από το άλλο της τσέπης;

● Και πώς ορίζεται η μουσική δημοσιογραφία;

Πάθος αγιάτρευτο για τη μουσική, τρελή εμμονή με τη σωστή πληροφορία, τσιλιμπούρδισμα κατά συρροή με τις λέξεις, γερά κότσια στην άποψη μα, πάνω απ’ όλα, να κοιτάς στα ίσια το βλέμμα που σε διαβάζει…

● Τι έχει αλλάξει πλέον στη μουσική;

Εχουν αλλάξει τόσα πολλά που το μουσικό κύκλωμα πλέον είναι ένας κατάφωρα νέος, πλην ελάχιστα θαυμαστός νέος κόσμος, για να εμπλουτίσω τόσο τον Aλντους Χάξλεϊ όσο και τον Στιβ Μίλερ…

Τα -υπεύθυνα για ανακάλυψη και προώθηση συν εδραίωση νέων ονομάτων- τμήματα των μεγάλων εταιρειών δεν βλέπουν πιο μακριά από τη μύτη του mainstream, όπου μεγαλύτερο ρόλο και από αυτό καθαυτό το υλικό του δημιουργού παίζει ο κατά περίπτωση επιτετραμμένος δημοσιοσχετίστας, στιλίστας, μακιγιέρ και παρτενέρ. Αυτό ισχύει ακόμα και σε περιπτώσεις που ουσιαστικά δεν έχουν ανάγκη, όπως η Μπίλι Αϊλις ή η Αντέλ π.χ. Αν αναλογιστεί δε κανείς ότι σε αυτό το κύριο ρεύμα αρμενίζουν τα τελευταία εξήντα χρόνια και ονόματα σαν αυτά των Μπιτλς και των Κολντπλέι συνειδητοποιεί, βάζοντας στη ζυγαριά ακόμα και διάφορα πάσης φύσεως εκσυγχρονιστικά ελαφρυντικά, περί ποιας κατάντιας πρόκειται.

● Από ονόματα;

Αν κάποιος έχει ήδη εντοπίσει, όχι τον αυριανό Μπομπ Μάρλεϊ ή τους μεθαυριανούς U2 αλλά, έστω, τους REM εν αναμονή, ας μην τους κρατάει άλλο για τον εαυτό του και ας τους φανερώσει και σε μας…

● Καμία ελπίδα δηλαδή;

Ευτυχώς σε ένα σύμπαν, σχεδόν παράλληλο με το παραπάνω, η παραγωγή, με τα όποια κατασκευαστικά/τιμολογιακά προβλήματα στην υπολογίσιμη και πάλι βινιλιακή φόρμα, καλά κρατεί. Και αν έχεις χρόνο να ψάχνεις -κανονική χαρά του παιδιού μέσα μου οι streaming πλατφόρμες- και χρήμα να ξοδεύεις, τα ωραία πράγματα τελειωμό δεν έχουν. Dry Cleaning, Sault και Ill Considered είναι τρία ονόματα που έρχονται εύκολα στον νου…

● Πόσο βάρος είχε και έχει η μουσική στον ελληνικό Τύπο;

Διευκρινίζοντας ότι αναφέρομαι στην «ξένη» -όπως αποκαλείται συνήθως- μουσική και μόνον, θεωρώ ότι είναι λιποβαρής από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου…

● Γιατί;

Η χούντα, πέρα από το αγαθό της ελευθερίας και αμέτρητα άλλα σημαντικά, στέρησε από αυτόν τον έρμο τον τόπο και όλες τις κοσμογονικές αλλαγές στα μουσικά πράγματα της δεκαετίας του ’60, ενώ η επάνοδος στην κανονικότητα ήταν σε τέτοιο βαθμό επιβεβλημένη ώστε υπαγόρευσε άλλες πολιτιστικές προτεραιότητες, οπότε ένα μεγάλο μέρος και από τη δεκαετία του ’70 πέρασε στο ντούκου.

Μακάριοι λοιπόν όσοι είχαμε τα εχέγγυα να ανήκουμε στο -που λένε και οι στατιστικολόγοι- δυναμικό κοινό και απολαύσαμε εκείνα τα χρόνια κρασιού και ρόδων -από τις απαρχές της δεκαετίας του ’80 έως την αυγή του 21ου αιώνα- όπου όλα ήταν μαγικά και ονειρεμένα με τα ποσοστά ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου να παλαντζάρουν γύρω στο 60 – 40 επί τοις εκατό!

● Μετά τι ακολούθησε;

Το τοπικής ιδιαιτερότητας lifestyle παρέσυρε τα πάντα στην επέλασή του και, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση που ακολούθησε, το ποσοστό που αναλογούσε στα, ας τα πω έτσι, εισαγόμενα ποιοτικά είδη εξανεμίστηκε.

Οι εταιρείες δίσκων υποβιβάστηκαν σε αντιπροσωπείες ετικετών, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί -με το βλέμμα να τρεμοπαίζει σε δημοσκοπήσεις επί του… 300%- παίζουν αυτά που νομίζουν ότι θέλει ο κόσμος, τα κανάλια αδιαφορούν εκ πεποιθήσεως, τα εξειδικευμένα μουσικά περιοδικά αφανίστηκαν και κάθε νέα απόπειρα επανάκαμψής τους θεωρείται εκ προοιμίου «χαμένη υπόθεση», ενώ οι όποιες αναφορές στον ημερήσιο και εβδομαδιαίο Τύπο συρρικνώθηκαν σε βαθμό σκοταδισμού.

● Εχεις αλλάξει τις προσωπικές σου συνήθειες ακρόασης της μουσικής; Και δεν μιλάω για το streaming, αλλά για σένα προσωπικά…

Δυστυχώς ή ευτυχώς, περιθώρια αλλαγών δεν υπάρχουν: εκπομπές, κείμενα, δίσκοι και οτιδήποτε σχετικό μπορεί να στριμωχτεί, ανάμεσα είναι η επαγγελματική μου ενασχόληση· οπότε, κατά πώς έχει καταλήξει εδώ και χρόνια ο Βαν Μόρισον, είναι πολύ αργά για να τα βροντήξω τώρα.

Απλά, ενημερώνομαι χωρίς σταματημό -σε σημείο μάλιστα που καταντάει διαστροφή- για το τι συμβαίνει, τι κυκλοφορεί, ποιος την έκανε και άλλα κλαδικά τινά του χώρου που δίνουν κάμποσες ακόμα αιτίες και αφορμές ώστε ακόμα μια μέρα σε αυτόν τον κόσμο, που πάει από το κακό στο χειρότερο, να γίνει κάπως πιο ωραία.