Ανοδικά κινήθηκαν χθες οι αποδόσεις των ομολόγων της ευρωζώνης, με το ελληνικό δεκαετές να ξεπερνά και πάλι το 4% και το γερμανικό το 1,7%, που είναι το υψηλότερο επίπεδο από το 2014.
Τη νέα άνοδο στις αποδόσεις πυροδότησαν οι απαντήσεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου.
Η Λαγκάρντ επιβεβαίωσε το ήδη γνωστό, ότι δηλαδή η ΕΚΤ θα προχωρήσει τους προσεχείς μήνες σε δύο τουλάχιστον αυξήσεις επιτοκίων για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό. Η πρώτη αύξηση κατά 0,25% θα γίνει τον Ιούλιο και η δεύτερη, ίσως και κατά 50 μονάδες βάσης, τον Σεπτέμβριο.
Η επικεφαλής της ΕΚΤ δεν έκανε ούτε τους ευρωβουλευτές ούτε εμάς ιδιαίτερα σοφότερους ως προς το σε τι συνίσταται το νέο «υπερόπλο» που έχει υποσχεθεί για να σταματήσει ο κατακερματισμός της αγοράς ομολόγων της ευρωζώνης και να θωρακιστούν κυρίως εκείνα του ευρωπαϊκού Νότου, πρωτίστως τα ιταλικά που αποτελούν το «βαρίδι» της Νομισματικής Ενωσης λόγω του τεράστιου όγκου του ιταλικού χρέους, έστω κι αν το ελληνικό παραμένει ως ποσοστό το τρίτο υψηλότερο παγκοσμίως (200% του ΑΕΠ το 2021). Υπενθυμίζεται ότι στην έκτακτη συνεδρίαση του Δ.Σ. της ΕΚΤ την περασμένη εβδομάδα προαναγγέλθηκε η δημιουργία ενός «νέου εργαλείου» που θα μειώνει τα spreads των ομολόγων από το ομόλογο αναφοράς, το γερμανικό.
Στο μεταξύ, παρά την πίεση στα ομόλογα της ευρωζώνης, ο ιαπωνικός οίκος αξιολόγησης R&I αναβάθμισε χθες την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας κατά μια βαθμίδα, σε ΒΒ+ με σταθερή προοπτική, ένα σκαλί κάτω από την επενδυτική βαθμίδα. Φυσικά, ο υπουργός Οικονομικών Χ. Σταϊκούρας έσπευσε να προβάλει την απόφαση του ιαπωνικού οίκου ως επιβράβευση της κυβερνητικής πολιτικής και ως προαναγγελία της κατάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας εντός του 2023.
